Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2005

Συνδιοίκηση στα Ανώτατα Ιδρύματα. Απαξιωμένος θεσμός ή θμέλειο για τη Συμμετοχική Δημοκρατία και την κοινωνική λογοδοσία;

Το τελευταίο χρονικό διάστημα απασχολεί έντονα τη κοινή γνώμη η λειτουργία και τα φαινόμενα διαφθοράς σε βασικούς θεσμούς της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, όπως είναι τα πολιτικά κόμματα, η Δικαιοσύνη, η εκκλησία, η δημόσια διοίκηση, τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, κλπ.

Βασικό χαρακτηριστικό της συζήτησης που γίνεται είναι η αναζήτηση για το κατά πόσο οι θεσμοί αυτοί λειτουργούν όπως θα έπρεπε. Αλλά και κατά πόσο οι λειτουργοί τους υπηρετούν βασικές αρχές και αξίες και πάνω από όλα το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου, του λαού και της χώρας.

Η γενική εντύπωση που διαμορφώνεται είναι ότι ζούμε σε ένα σάπιο «σύστημα», όπου προέχει το ιδιωτικό κέρδος και ότι το σύνολο των θεσμών τίθεται στην εξυπηρέτηση άνομων οικονομικών, πολιτικών ή άλλων συμφερόντων. Ουσιαστικά διαμορφώνεται «μια σούπα» ότι όλοι το ίδιο είναι και γίνεται καθεστώς μια σε βάθος απαξίωση κάθε μορφής συλλογικότητας και κάθε μη ιδιωτικού φορέα

Ποια είναι όμως η μόνιμη επωδός κάθε τέτοιας συζήτησης; Η κάθαρση, η εξυγίανση, η θωράκιση των θεσμών και των λειτουργών τους έναντι οιασδήποτε παρέμβασης, κλπ. Ουσιαστικά αναζητούνται λύσεις που θα ενισχύσουν τη διαφάνεια και θα συμβάλουν στην αποκάλυψη όποιων παρανομιών. Φυσικά επιδιώκεται και η διασφάλιση της παραπομπής στη δικαιοσύνη κάθε επιλήψιμης πράξης.

Όλα τα παραπάνω αγγίζουν κατά περιόδους, και το τελευταίο διάστημα πιο έντονα, και τη λειτουργία των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της χώρας και το πλαίσιο που τη διέπει. Η συζήτηση αυτή όμως είναι ειλικρινής ή κρύβει σκοπιμότητες; Δηλαδή πραγματικά αναζητείται λύση εξυγίανσης, κάθαρσης και τιμωρίας των υπαιτίων ή επιδιώκεται να ενισχυθούν τα στεγανά και να κλείσουν οι πόρτες σε κάθε ανεξάρτητη φωνή σε κάθε ομάδα ή σώμα ελέγχου;

Σε μια κοινωνία που νοσεί ή που όλα έχουν χάσει την αξιοπιστία τους υπάρχει δυνατότητα κάποιος χώρος να μείνει αλώβητος; Δυστυχώς, κατά την προσωπική μου εκτίμηση όχι. Είναι μοιραίο ότι ακόμα και μέσα στα πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ θα εμφανιστούν φαινόμενα διαφθοράς, συναλλαγών και διαπλοκής, αφού η συνολική νοοτροπία τείνει προς αυτή τη κατεύθυνση. Αυτό φυσικά δε δίνει άλλοθι σε κανένα. Το ότι νοσεί η Δικαιοσύνη ή η Εκκλησία δε μπορεί να λειτουργεί σε «Κολυμπήθρα του Σιλωάμ» για κάθε άλλο χώρο που παρουσιάζει φαινόμενα διαφθοράς

Ποια είναι όμως η αφετηρία του προβλήματος; Σε όλους τις υπόλοιπους θεσμούς της κοινωνίας μας η αιτία των φαινομένων αναζητείται στην ύπαρξη επίορκων λειτουργών ή στην έλλειψη επαρκούς θεσμικού πλαισίου ή στην ύπαρξη στεγανών. Γιατί άραγε στα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα η υπαιτιότητα της «διαφθοράς» αποδίδεται στους φοιτητές; Γιατί άραγε αναζητείται η μετάθεση ευθυνών στο πιο αδύναμο κρίκο; Ποιοι εξυπηρετούν τις δεξιές ιδεολογικές τους καταβολές, καλύπτουν πολιτικά συμφέροντα και κουκουλώνουν το ρόλο των ίδιων των μεγαλόσχημων και κοινωνικά ευυπόληπτων ακαδημαϊκών;

Κάθε προοδευτικό και δημοκρατικό Κόμμα ή Κίνημα, όπως το ΠΑ.ΣΟ.Κ. οφείλει να προβληματιστεί προς αυτή τη κατεύθυνση. Οφείλει να μην ακολουθήσει τη πεπατημένη και να μην εγκλωβιστεί στην εύκολη λύση που σερβίρεται από συντηρητικούς κύκλους και από το πιο απαρχαιωμένο και διεφθαρμένο κομμάτι του καθηγητικού κατεστημένου.

  • Ποιο θα ήταν το περιθώριο συναλλαγής μεταξύ πανεπιστημιακών και φοιτητών αν το σύνολο των αποφάσεων λαμβανόταν από πολυμελή συλλογικά όργανα και όχι από πρόσωπα που συγκεντρώνουν υπερβολική εξουσία (Πρύτανης, Κοσμήτορας, Πρόεδρος, Διευθυντής Τομέα-Εργαστηρίου-Κλινικής, Επιστημονικός Υπεύθυνος, κλπ)
  • Ποια θα ήταν τα περιθώρια συναλλαγής αν οι εξωτερικές (ευρωπαϊκά, ερευνητικά, ή επιχειρηματικά προγράμματα) ή παράπλευρες πηγές χρηματοδότησης (Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας, Εταιρίες Διαχείρισης & Αξιοποίησης Περιουσίας, κλπ) τελούσαν υπό τον ετήσιο εποπτικό έλεγχο υπηρεσιών όπως το Σ.Δ.Ο.Ε. ή το Σώμα Ορκωτών Λογιστών; Δηλαδή αν ασκούνταν πραγματικός έλεγχος όχι στη σκοπιμότητα, αλλά στο πραγματικό αντικείμενο και το περιεχόμενο κάθε δαπάνης.
  • Αλήθεια ποια θα ήταν η δυνατότητα εξαγοράς ψήφων αν υπήρχε ένα αδιάβλητο σύστημα εισαγωγής στα μεταπτυχιακά προγράμματα; Αν δεν είχαν αυξημένο ρόλο οι συστατικές επιστολές ή η συνέντευξη; Ποιος υποψήφιος και για ποια θέση θα μπορούσε να υποσχεθεί το οτιδήποτε αν υπήρχε μια εθνική βάση ερωτήσεων ανά επιστημονικό αντικείμενο από την οποία τυχαία θα αντλούνταν ερωτήσεις για τη πραγματοποίηση εξετάσεων για την εισαγωγή σε μεταπτυχιακά προγράμματα, με την ευθύνη εθνική επιτροπής, η οποία να προκύπτει με κλήρωση από τις Συγκλήτους ή τις Γενικές Συνελεύσεις Τμήματος των Ιδρυμάτων.
  • Ποια θα ήταν η αξία των Πρυτανικών εκλογών αν το σύνολο των εξουσιών περνούσε στις Συγκλήτους και όχι στα ολιγομελή Πρυτανικά Συμβούλια;
  • Ποιος θα ήταν ο ρόλος των παρατάξεων αν οι ακαδημαϊκοί δεν επιζητούσαν χρίσματα κομμάτων ή αν τα κόμματα και οι εκάστοτε Υπουργοί Παιδείας δεν επιζητούσαν φιλικές προς αυτούς διοικήσεις για να επιβραβεύουν και να υιοθετούν τις μεταρρυθμίσεις τους;
  • Ποια θα ήταν η ανάγκη προσπορισμού από τον οποιοδήποτε υποψήφιο κάποιας παράταξης ή μέρους («ομάδας» στη κομματική ορολογία) αυτής (όπως είναι το σύνηθες στα μεγάλα κεντρικά πανεπιστήμια, ανάλογα με τους εσωκομματικούς υποστηρικτές κάθε υποψηφίου) αν δεν υπήρχε η Σύνοδος των Πρυτάνεων; Αν δεν υπήρχε αυτή η απαράδεκτη δοσοληψία μεταξύ Πρυτάνεων και Υπουργών; αν δεν υπήρχε η σχεδόν αυτόματη διαδρομή από τις ηγεσίες των Πανεπιστημίων στο πολιτικό στίβο;

Δυστυχώς η όλη συζήτηση για τη φοιτητική εκπροσώπηση είναι ύποπτη. Η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και οι πανεπιστημιακοί που την ανοίγουν δε στοχεύουν στη κάθαρση και την εξυγίανση των πανεπιστημίων. Στοχεύουν στο περιορισμό της διαφάνειας στα ιδρύματα. Στοχεύουν στο να περάσει ο απόλυτος έλεγχος στο καθηγητικό κατεστημένο, που με ευθύνη των Κυβερνήσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. έχει συγκεντρώσει υπέρμετρη διοικητική, οικονομική και πολιτική εξουσία.

Προκειμένου να εξαγοραστεί ένας «χαμηλής ηθικής» φοιτητής απαιτείται κάποιος να έχει να του προσφέρει κάτι και να έχει και τη πεποίθηση ότι δε κινδυνεύει να πιαστεί ή να εκτεθεί κατά οιονδήποτε τρόπο. Το μεγάλο θεσμικό πρόβλημα της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης δεν είναι η συμμετοχή των φοιτητών. Είναι τα άπειρα στεγανά τα οποία έχουν διαμορφωθεί με τη πάροδο των ετών. Η πολύπλοκη νομοθεσία. Η ισχυρή παρέμβαση οικονομικών παραγόντων χωρίς θεσμικό πλαίσιο. Η χαλαρή εφαρμογή των νόμων όταν πρόκειται να διωχθούν πανεπιστημιακοί, η ασυλία των ιδρυμάτων, εργαστηρίων, ινστιτούτων, κλινικών, μεταπτυχιακών προγραμμάτων, τμημάτων και υπηρεσιών έναντι οποιασδήποτε ανεξάρτητης, κρατικής ή δικαστικής αρχής ελέγχου.

Τα φαινόμενα εξαγορών και εκβιασμών στα οποία εμπλέκονται φοιτητές έχουν και τα ανάλογα τους στο χώρο των καθηγητών. Δηλαδή οι καθηγητές χαμηλών βαθμίδων ή όσοι επιζητούν να μετάσχουν σε ερευνητικά ή μεταπτυχιακά προγράμματα βρίσκονται σε οικονομική ή επιστημονική εξάρτηση από τους διάφορους Διευθυντές και επιστημονικούς υπευθύνους.

Τέλος, αλήθεια ποιος είναι ο ρόλος των πολιτικών κομμάτων σε όλη αυτή την υπόθεση; Επιχειρούν ή δεν επιχειρούν τα στελέχη τους να ασκήσουν επιρροή στις πολιτικές-φοιτητικές παρατάξεις; Διατηρούν στο εσωτερικό τους μεγάλο αριθμό καθηγητών πανεπιστημίων οι οποίοι δε παίζουν μόνο ιδεολογικό ή πολιτικό ρόλο στα εσωτερικά των ιδρυμάτων τους; Διατηρούν οι εκάστοτε Υπουργοί προνομιακή σχέση με σειρά ακαδημαϊκών τους οποίους μισθοδοτούν ως συμβούλους ή ως μέλη επιστημονικών επιτροπών;

Τα πολιτικά κόμματα δεν υποδαυλίζουν μόνο με αυτού του είδους τις επαφές τα φαινόμενα διαφθοράς. Τα πολιτικά κόμματα ή υπουργοί ή βουλευτές με ποια κριτήρια επιλέγουν το νέο πολιτικό και στελεχιακό τους δυναμικό; Το επιλέγουν με βάση την αξιοκρατία και τη συμβολή του κάθε νέου φοιτητή-συνδικαλιστή στη πολιτική διαβούλευση, στη δημοκρατική λειτουργία των ιδρυμάτων, στις ιδεολογικές και συνδικαλιστικές μάχες, που δίνει στα αμφιθέατρα για τα δικαιώματα των συμφοιτητών του και το καλό της εκπαίδευσης;

Η απάντηση είναι όχι. Τις περισσότερες φορές η επιλογή γίνεται είτε με εσωκομματικά κριτήρια συσχετισμών, είτε με βάση το ρόλο του καθενός στη στήριξη συγκεκριμένων προσώπων «κοινής αποδοχής» (μεταξύ πολιτικού και φοιτητικής παράταξης) στα αξιώματα και τις θέσεις ευθύνης των ιδρυμάτων. Ενίοτε με βάση την «ευλυγισία» στις προσταγές τους για αυτές τις επιλογές.

Όποιος κατηγορεί μόνο τους φοιτητές για «βρώμικες» συναλλαγές στο εσωτερικό των ιδρυμάτων λέει κάτι λιγότερο από τη μισή αλήθεια. Ουσιαστικά προσπαθεί να εφαρμόσει το «πονάει χέρι, κόβει χέρι». Αλήθεια μίλησε ποτέ κανείς για κατάργηση της δικαστικής εξουσίας, επειδή υπάρχουν διεφθαρμένοι δικαστικοί? Μίλησε κανείς για κατάργηση του συνδικαλισμού, επειδή υπάρχουν διεφθαρμένοι συνδικαλιστές? Μίλησε κανείς για κατάργηση της δημοκρατίας, επειδή υπάρχουν διαφθαρμένοι πολιτικοί? Μίλησε κανείς για κατάργηση των εκλογών επειδή κάποιοι εκλέγουν και εκλέγονται με βάση τα ρουσφέτια? Κανείς, ποτέ. Άρα γιατί κάποιοι μιλάνε με «ελαφρά τη καρδία» για κατάργηση ή δραματικό περιορισμό (σε βαθμό που να γίνεται συμβολική) της φοιτητικής εκπροσώπησης;

Η απάντηση σε ότι αφορά τη θεσμική λειτουργία των Ιδρυμάτων είναι μια επίπονη διαδικασία. Έχει να κάνει με την αυτονομία τους, που πρέπει να εμβαθύνει. Με την σημασία τους για την επιστημονική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Με τις ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας. Με την σύνδεση με την αγορά εργασίας και με το σύγχρονο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Η φοιτητική συμμετοχή από μόνης της ούτε λύνει, ούτε εντείνει κάποιο πρόβλημα. Η μείωση της απλώς ανοίγει το δρόμο σε συντηρητικές επιλογές. Σε μεγαλύτερο εναγκαλισμό από το Κράτος και την αγορά. Στη κυριαρχία ανεξέλεγκτων φατριών, που συγκρούονται για διανομή της περιουσίας και τη νομή των πόρων των ιδρυμάτων.

Η λύση σε αυτά τα φαινόμενα, οφείλει να στηριχτεί τόσο σε μια συνολική αναβάθμιση και αναγέννηση του αξιακού μοντέλου της κοινωνίας μας. Μια νέα επανάσταση ιδεών, αρχών και αξιών, η οποία πιστεύω ότι σε παλιότερες εποχές, θα περιμέναμε να ξεκινήσει από την ίδια τη πνευματική ηγεσία, και όχι από «κυβερνητικά παπαγαλάκια», με επίκεντρο τη φοιτητική συμμετοχή και την αιώνια φοίτηση.

Εκτιμώ ότι απαιτείται συνολική αλλαγή του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν τα κόμματα και στον τρόπο με τον οποίο παρεμβαίνουν στο εσωτερικό των διαφόρων θεσμών. Παράλληλα αλλαγή στο τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η πολιτική αντιπαράθεση, όπου κυριαρχεί η καλλιέργεια εντυπώσεων, ο τακτικισμός, η άγρα ψήφων και όχι η ουσία.

Δυστυχώς, πολλοί νέοι και φιλόδοξοι συνδικαλιστές που ασχολούνται με τα κοινά, μόλις αντιληφθούν τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η ανέλιξη στελεχών στο εσωτερικό των κομμάτων, αλλά και πως διεξάγεται το συνολικό πολιτικό «παιχνίδι» στις εκλογές, είτε είναι βουλευτικές, είτε δημοτικές, όπου δεν εκλέγονται πάντα οι αξιότεροι, αλλά αυτοί που έχουν μεγαλύτερη «ρουσφετολογική παράδοση» ή κατάλληλες διασυνδέσεις, καταλήγουν να υποκύπτουν σε ανάλογες δελεαστικές προσφορές.

Ταυτόχρονα εκτός από αυτή τη μακροπρόθεσμη πολιτική που αφορά ολόκληρο το πολιτικό κόσμο η επίλυση αυτού του φαινομένου όπως και σε πολλά άλλα έχει δυο οδούς. Η πρώτη αφορά μια σε βάθος θεσμική μεταρρύθμιση στη λειτουργία των ιδρυμάτων και η δεύτερη αφορά τις ίδιες τις φοιτητικές παρατάξεις και την πιο ενεργή συμμετοχή των φοιτητών. Μια συμμετοχή που πρέπει να προκαλέσει η ίδια η κοινωνία. Μια συμμετοχή που θα επιτευχθεί αν όλοι σηκωθούν από το καναπέ τους.

Στα Ανώτατα Ιδρύματα οφείλει να ενισχυθεί η συλλογική δημοκρατική λειτουργία και η διαφάνεια. Όλες οι εξουσίες πρέπει να περάσουν σε πολυμελή συλλογικά όργανα. Οι εκλογικές διαδικασίες πρέπει να γίνονται με διαφάνεια και δημόσια διαβούλευση. Η πραγματική φοιτητική εκπροσώπηση δεν καταξιώνεται κάθε δυο-τρια χρόνια στις εκλογές. Η φοιτητική εκπροσώπηση καταξιώνεται και μπορεί να εκπληρώσει το ρόλο της μέσα στα όργανα συνδιοίκησης. Σήμερα η συμμετοχή αυτή είναι στο 50% και οφείλει να διευρυνθεί. Αυτή η μικρή συμμετοχή απαξιώνει τη καθημερινή διαβούλευση, τη παραγωγή προτάσεων και τη ανάληψη πρωτοβουλιών και αναδεικνύει ως σημαντικές, υπέρ του δέοντος, μόνο τις εκλογικές διαδικασίες (κάτι τέτοιο γίνεται και στα κόμματα…)

Επίσης πρέπει να ενισχυθεί η συμμετοχή των φοιτητών πέρα από τα όρια των φοιτητικών παρατάξεων. Έτσι οι συνεδριάσεις όλων των οργάνων οφείλουν να είναι δημόσιες και να μπορούν να καταθέτουν έγγραφες προτάσεις όσοι φοιτητές το επιθυμούν. Παράλληλα στα όργανα και τις επιτροπές στις οποίες σήμερα δε μετέχουν φοιτητές πρέπει να γίνει πρόβλεψη για τη συμμετοχή τους σε σημαντικό ποσοστό. Ώστε να ασκούν έλεγχο και να υποχρεώνουν όλους όσους έχουν εξουσία να λογοδοτούν για τη διαχείριση της.

Τέλος ο ρόλος των φοιτητικών συλλόγων πρέπει να αναβαθμιστεί. Στις μέρες μας, με τη πολυπλοκότητα της λειτουργίας των ιδρυμάτων, η οποία οφείλεται στη λειτουργία μέσα στο ίδιο ίδρυμα πολλών νομικών προσώπων, με τη πολυνομία που διέπει τη λειτουργία των ΑΕΙ, με τα στεγανά των διοικητικών & τεχνικών υπηρεσιών των ιδρυμάτων, κλπ, είναι αδύνατο οι Σύλλογοι Φοιτητών να ανταποκριθούν στο ρόλο τους χωρίς γραμματειακή, οικονομική και επιστημονική (οικονομοτεχνική, νομική) υποστήριξη.

Ειδικά το ΠΑΣΟΚ στα πλαίσια της ανασυγκρότησης της Ν. ΠΑΣΟΚ οφείλει να διατυπώσει και μια νέα στρατηγική για την αναμόρφωση του Φοιτητικού Κινήματος. Να οδηγήσει το σύνολο του προοδευτικού φοιτητικού κόσμου και της νεολαίας σε νέες ατραπούς και μοντέλα συμμετοχής.

Σε ότι αφορά τις εκλογικές διαδικασίες η συμμετοχή των φοιτητών πρέπει να φτάσει το 100%. Το 50% να γίνεται μέσω των φοιτητικών παρατάξεων και το υπόλοιπο 50% με κάλπη από όλους τους φοιτητές. Επίσης θα πρέπει οι εκλέκτορες να προκύπτουν με βάση των αριθμό των φοιτητών και όχι με βάση τον αριθμό των καθηγητών που μετέχουν σε κάθε Τμήμα. Τέλος θα πρέπει η ψηφοφορία της κάλπης να σταθμίζεται ανάλογα με τη συμμετοχή…ώστε να αποφευχθεί το φαινόμενο στα τμήματα που υπάρχει υποψήφιο μέλος ΔΕΠ, να ψηφίζουν οι φοιτητές του μαζικά και αλλού να υπάρχει αδιαφορία. Είναι προφανές ότι πρέπει να αποφευχθεί σε κάθε περίπτωση ο γενικευμένος εκμαυλισμός των φοιτητών.

Η ενίσχυση της αυτοδιοίκησης των ιδρυμάτων. Η συμμετοχική δημοκρατία και κοινωνική λογοδοσία δε μπορεί να έχει στεγανά. Δε μπορεί να μη βρίσκει εφαρμογή σε ένα χώρο, όπου επιβάλλεται η ακαδημαϊκή συνεννόηση, η δημοκρατική λειτουργία και η διαφάνεια. Ας μη ξεχνάμε ότι από τα Ιδρύματα μας δε περιμένουμε μόνο υψηλού επιπέδου διδασκαλία και επιστημονική έρευνα, αλλά και διαδικασίες αμφισβήτησης, προβληματισμού για τα προβλήματα του κόσμου και της κοινωνίας μας. Περιμένουμε την ανάδειξη πνευματικής ηγεσίας με αρχές και αξίες. Περιμένουμε την ανάδειξη νέων οραμάτων και ιδεολογιών. Αυτό δε μπορεί να γίνει με έντονο τεχνοκρατισμό, με εντατικοποίηση των σπουδών, με ανταγωνιστικές και οικονομοκεντρικές λογικές. Δε μπορεί να γίνει με επιφανειακές συζητήσεις, κινήσεις εντυπωσιασμού και λύσεις στο πόδι, όπως κάνει η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2005

31 Χρόνια ΠΑ.ΣΟ.Κ.: Οραματική συνέχεια. Οι νέοι πάλι στο προσκήνιο

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. πρόσφατα συμπλήρωσε 31 χρόνια από την ίδρυση του. Από της 3 Σεπτέμβρη του 1974, όπου ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου υλοποίησε μια μεγάλη ιστορική επιλογή. Την ίδρυση ενός νέου πολιτικού Κινήματος με σαφή ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά. Ενός κόμματος που έθετε πολιτικά ζητήματα στην ελληνική κοινωνία και έδινε ομπρέλα σε όλες τις πολιτικές δημοκρατικές δυνάμεις και τις αντι-φασιστικές κινήσεις της προ-δικτατορικής περιόδου.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ενστερνίστηκε μεγάλο μέρος των αναλύσεων και της κοσμοθεωρίας των κομμουνιστικών κομμάτων, παντρεύοντας τες με τις αρχές και τους στόχους της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Παράλληλα έβαλε σε πρώτο πλάνο την ξεχασμένη Ελλάδα. Τον έλληνα εργάτη, υπάλληλο, αγρότη, φοιτητή, επιστήμονα, που υπέφερε από το αγκυλωμένο κομματικό και φεουδαρχικό κράτος, και τις κάθε λογής τοπικές εξουσίες «πεφωτισμένων» προυχόντων.

Η προοδευτική αριστερή ιδεολογία, τα κινήματα προάσπισης των δημοκρατικών ελευθεριών, η ελπίδα του απλού πολίτη, η αγωνία για πρόοδο του έλληνα αστού και η απαίτηση για χειραφέτηση και απεξάρτηση της χώρας, εκφράστηκαν στην Διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. μετά από 31 χρόνια άλλαξε την Ελλάδα. Η Ελλάδα της μιζέριας, της φτώχιας, του χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και του «ανήκομε εις τη Δύση», έγινε η Ελλάδα της δημοκρατίας, της εθνικής ενότητας, των ίσων ευκαιριών, της αναβάθμισης του βιοτικού επιπέδου, της ανάπτυξης, της διεθνούς αναγνώρισης, της Ευρώπης.

Σήμερα, η χώρα μας αντιμετωπίζει νέες προκλήσεις. Σήμερα ο εθνικός ή κρατικός έλεγχος της οικονομίας και της παραγωγής, η εθνική ανεξαρτησία και κυριαρχία, η αντισυμβατική και πολύπλευρη εξωτερική πολιτική δεν είναι αρκετά για να διασφαλίσουν τη θέση της χώρας και το μέλλον του λαού μας. Σήμερα η πρόκληση της παγκοσμιοποίησης θέλει νέα εργαλεία, νέα μέσα και νέες πολιτικές προτάσεις για να αντιμετωπιστεί.

Τα νέα προβλήματα, της διακύμανσης της παγκόσμιας οικονομίας, της μεγάλης ισχύος των πολυεθνικών επιχειρήσεων, των μεγάλων περιβαλλοντικών καταστροφών, της φτώχιας, του πολέμου, της μετανάστευσης, δεν αντιμετωπίζονται με εθνικές πολιτικές. Οι διεθνείς οργανισμοί και οι διακρατικές ενώσεις διαδραματίζουν διαρκώς μεγαλύτερο ρόλο.

Αυτή η νέα πραγματικότητα εγκυμονεί κινδύνους, αλλά επιφυλάσσει και πολλές ευκαιρίες. Ευκαιρίες για χώρες που διαθέτουν πολυπρόσωπη εξωτερική πολιτική και διαδραματίζουν ενεργό ρόλο στη διεθνή σκηνή. Χώρες με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, και πολιτικές αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού και των συγκριτικών τους πλεονεκτημάτων. Με ενίσχυση της καινοτομίας, των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών και της παραγωγής ή μεταφοράς τεχνολογίας.

Όλα τα παραπάνω επιβάλλουν την ανάπτυξη ενός νέου εθνικού σχεδίου. Ενός σχεδίου όχι μόνο αναπτυξιακού, αλλά και μεταρρυθμιστικού. Φυσικά η «λαίλαπα» των νέο-δημοκρατικής έμπνευσης μεταρρυθμίσεων δεν έχει καμία σχέση με τις πραγματικές ανάγκες της χώρας. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις είναι καθαρά ταξικές. Δεν αυξάνουν την ανάπτυξη και δε βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα. Απλώς μετακυλύουν το κόστος της παγκοσμιοποίησης στους αδύνατους και τα οφέλη από την όποια οικονομική πρόοδο στη κερδοφορία των μεγάλων επιχειρήσεων.

Το νέο πραγματικά μεταρρυθμιστικό σχέδιο για τη χώρα απαιτεί τομές στη δημόσια διοίκηση, δυναμική αποκέντρωση υπηρεσιών, πόρων και υποδομών, ενίσχυση της κοινωνικής διαβούλευσης, σε τοπικό επίπεδο, για τη λήψη αποφάσεων και εμβάθυνση της κοινωνικής λογοδοσίας και απόδοσης των αποφάσεων κάθε μορφής αιρετής εξουσίας.

Όλα αυτά απαιτούν το μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας. Απαιτείται μια κοινωνία ανοιχτή, μια κοινωνία συλλογική, μια κοινωνία συνεκτική με ενότητα και εθνικούς στόχους. Έτσι οι σύγχρονες προκλήσεις επιβάλουν να γίνει μια επανάσταση στο τρόπο με τον οποίο αξιολογούμε την ατομική και τη συνολική πρόοδο. Στη σχέση μας με τη πολιτική και τους αιρετούς άρχοντες. Στην επαφή μας με τη διεθνή πολιτική σκηνή και τις παγκόσμιες εξελίξεις. Στη συμμετοχή μας στα κινήματα διεκδίκησης των δικαιωμάτων μας, έναντι κάθε επιβουλής, που προέρχεται από την πολιτική ή την οικονομική εξουσία. Στην ατομική μας ευθύνη για τον αγώνα για ένα καλύτερο κόσμο. Έναν κόσμο χωρίς αλόγιστη σπατάλη φυσικών πόρων και περιβαλλοντικές καταστροφές. Χωρίς φτώχια, ανεργία και ανισότητες.

Αυτές οι νέες εθνικές ανάγκες είναι που κάνουν επιτακτική σήμερα την αναγέννηση της μεγάλης δημοκρατικής παράταξης. Αυτές οι επιδιώξεις επιβάλουν στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. να ξαναγίνει και πάλι ένα πρωτοπόρο κοινωνικό και λαϊκό κίνημα. Η πρόσφατη ομιλία του Προέδρου μας Γιώργου Παπανδρέου έδωσε το στίγμα και οριοθέτησε τους νέους στόχους. Στόχους που καλείται να υπηρετήσει σε πρώτη φάση η οργάνωση του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Οργάνωση η οποία επί χρόνια ταλαιπωρήθηκε από άγονες, απολιτικές και προσωποκεντρικές αντιπαραθέσεις. Οργάνωση που απώλεσε τον παρεμβατικό της ρόλο και υποβαθμίστηκε σε μηχανισμό εξυπηρέτησης συμφερόντων και αναρρίχησης στη κρατική μηχανή. Οργάνωση η οποία σταδιακά απαξιώθηκε συμπαρασύροντας και την αξιοπιστία ακόμα και του ίδιου του πολιτικού συστήματος, αφού το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ήταν το μόνο προοδευτικό παλλαϊκό κίνημα, που δραστηριοποιήθηκε σε μια τόσο ευρεία χρονική περίοδο με αδιασάλευτη Δημοκρατία.

Βέβαια, η οργάνωση δεν μπορεί να αλλάξει από τη μια μέρα στην άλλη. Δε μπορεί ως δια μαγείας να αποτινάξει τα σύνδρομα του κυβερνητισμού και της εξουσιολαγνείας. Μπορεί όμως να κάνει όλα τα βήματα που απαιτούνται για να το επιτύχει. Η αρχή έγινε με την αλλαγή της οργανωτικής δομής στο 7ο Συνέδριο και την εκλογή των νέων οργάνων. Νέα όργανα τα οποία δε μένουν ανενεργά ή όργανα χρισμάτων και σφραγίδας. Όργανα που δε καλούνται να εξυπηρετήσουν ιδιοτελείς σκοπούς. Καλούνται να αναδείξουν τα καθημερινά προβλήματα του έλληνα. Καλούνται αγωνιστούν για τα δικαιώματα των κατοίκων κάθε τοπικής κοινωνίας. Καλούνται να διαμορφώσουν τη νέα πρόταση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. για τη διακυβέρνηση της χώρας.

Η επανίδρυση του κομματικού χώρου του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Η διεύρυνση της συμμετοχής των πολιτών, η ενεργοποίηση κάθε κοινωνικής ομάδας σε όλη τη προσπάθεια για την ανασύνταξη των προοδευτικών δυνάμεων και την αναγέννηση της χώρας, είναι κεντρικές πολιτικές επιλογές του Κινήματος και του Προέδρου του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Γιώργου Α. Παπανδρέου. Η επίτευξη αυτού του σκοπού σε κάθε περίπτωση απαιτεί την ενεργή συμμετοχή της ελληνικής νεολαίας. Της νεολαίας η οποία σε κάθε κρίσιμη χρονική συγκυρία αποτελεί τη κινητήρια δύναμη για κάθε ουσιαστική εξέλιξη.

Έτσι, όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου ενέπνευσε ένα νέο όραμα στις γενιές του «114» και του Πολυτεχνείου και μαζί τους θεμελίωσε τη μεγάλη πορεία της «Αλλαγής» το ’81, ο Γιώργος Παπανδρέου, από την αρχή που ανέλαβε την ηγεσία του Κινήματος, καλεί τους νέους να θεμελιώσουν μαζί του το νέο ΠΑ.ΣΟ.Κ. και να αλλάξουν την Ελλάδα.

Πρώτο βήμα για την πορεία αυτή και τη φυγή προς το μέλλον ήταν η σημαντική απόφαση της ανασυγκρότησης της κομματικής οργάνωσης της νεολαίας του κινήματος από μηδενική βάση. Μια απόφαση διορατική και θαρραλέα. Μια απόφαση που έθεσε στο περιθώριο τα εσωκομματικά χαρακώματα και καταβαράθρωσε προσωποκεντρικές στρατηγικές και φιλοδοξίες.

Η απόφαση του Γιώργου Παπανδρέου δεν ήταν μια τοποθέτηση υπέρ ή εναντίον κάποιας από τις πλευρές, που κατά περιόδους συγκρούονται στη Ν. ΠΑ.ΣΟ.Κ. Δεν ήταν μια τοποθέτηση στα εσωτερικά παζαρέματα και στις αλληλοσυγκρουόμενες επιδιώξεις και στρατηγικές. Ήταν μια τοποθέτηση πάνω σε ένα νέο αντικείμενο. Ήταν μια επιθετική θέση με στόχο την καλλιέργεια μιας άλλης νοοτροπίας, την αλλαγή ρόλου, την οριοθέτηση νέων στόχων και την χάραξη νέων κατευθύνσεων για τη νέα οργάνωση της νεολαίας του Κινήματος. Εγγύηση γι αυτό είναι η μηδενική αφετηρία, ο στόχος για επανίδρυση της κομματικής οργάνωσης της νεολαίας του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Ο Γιώργος Παπανδρέου με την επιλογή αυτή επιχειρεί να γυρίσει σελίδα σε μια μακρά περίοδο μη πολιτικής δράσης και στασιμότητας. Ανοίγει μια σελίδα συμμετοχής, συστράτευσης και ανιδιοτελούς προσφοράς για την επίτευξη όλων των αναγκαίων αλλαγών.

Όποιος «διαβάζει» την απόφαση του Προέδρου του Κινήματος με λογικές από το παρελθόν, το μόνο το οποίο εξασφαλίζει είναι πρόσκαιρους πανηγυρισμούς «γηπεδικού» επιπέδου. Συνεχίζει να ρίχνει νερό στο μύλο της διαίρεσης και των αντεγκλήσεων, χωρίς προφανές όφελος για το Κίνημα ή για τη κοινωνία. Εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται τη σχέση του με τη κομματική δράση ως μια λογική επικράτησης και αποκλεισμών, ως μια στρατηγική προσωπικής προβολής και ανέλιξης.

Ταυτόχρονα, όποιος αντιμετωπίζει τη πρωτοβουλία αυτή με φοβικότητα για το «ατομικό του μέλλον» και τις «προοπτικές» που είχε διαμορφώσει για την ανέλιξη του. Λειτουργεί κοντόφθαλμα και με ιδιοτέλεια. Τα προοδευτικά πολιτικά κόμματα και οι κινηματικές οργανώσεις πολιτικής δράσης δε λειτουργούν στα μέτρα του «αναστήματος» του καθενός. Υπηρετούν ιδέες και αξίες, εν προκειμένου υπηρετούν τη μεγάλη δημοκρατική παράταξη, τη πλειοψηφία των Ελλήνων. Έτσι, το σύνολο αυτών των συμπεριφορών είναι μια στροφή προς το παρελθόν. Είναι μια επιλογή που πρέπει να εγκαταλείψουν και οι τελευταίοι αμετανόητοι σύντροφοι.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. έχει ανάγκη από ενιαία δράση, πολιτική αναγέννηση και αναβάθμιση της διαλεκτικής και του προβληματισμού στο εσωτερικό του. Έχει ανάγκη από μια στροφή προς τη κοινωνία και τα προβλήματα των πολιτών. Έχει υποχρέωση να εγκαταλείψει την όποια εσωστρέφεια και να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του λαού και τις ανάγκες της χώρας. Σε αυτό το δρόμο όλοι είμαστε απαραίτητοι «κανείς δεν είναι τόσο μεγάλος για να τα καταφέρει μόνος του και κανείς δεν είναι τόσο ασήμαντος για να μην είναι χρήσιμος.»

Αλλάζουμε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. για να αλλάξουμε την Ελλάδα.

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2005

1ο Περιφερειακό Συνέδριο Κρήτης του ΠΑΣΟΚ

Το Σαββατοκύριακο που πέρασε εγκαινιάστηκε και στη Κρήτη ένα νέος θεσμός για το ΠΑ.ΣΟ.Κ., το Περιφερειακό Συνέδριο Κρήτης. Ένα συνέδριο που δεν ήταν όπως τα συνηθισμένα συνέδρια εθνικού επιπέδου. Ένα συνέδριο το οποίο δεν αναζήτησε μόνο διακηρύξεις ή πολιτικές θέσεις. Ένα συνέδριο που δεν υποτάχθηκε μόνο σε εκλογικές λογικές.

Τα Περιφερειακά Συνέδρια οφείλουν να εξειδικεύσουν τις βασικές μας πολιτικές επιλογές σε κάθε Περιφέρεια. Είναι όργανα που απελευθερώνουν την έκφραση των περιφερειακών κομματικών στελεχών και χαράζουν την αναπτυξιακή στρατηγική κάθε τόπου.

Με αυτό το πνεύμα εμείς οι νέοι μέλη του ΠΑ.ΣΟ.Κ. αντιμετωπίσαμε τη διαδικασία του Σαββατοκύριακου. Προσβλέπουμε στο μέλλον ότι αυτά τα συνέδρια, μαζί με τις αναγεννημένες και αναζωογονημένες δημοτικές οργανώσεις, θα γίνουν το μετερίζι για να χαράξουμε νέες πολιτικές για όλους και για όλα.

Πολιτικές που θα βλέπουν την ανάπτυξη ως στρατηγική επιλογή και όχι ως πολιτική εξυπηρετήσεων προσώπων ή ομάδων.

Που θα σχεδιάζουν τις υποδομές όχι ως προεκλογικό ρουσφέτι, προς τις τοπικές κοινωνίες, αλλά ως μοχλό για την αύξηση του παραγόμενου πλούτου για όλη τη Κρήτη και τη χώρα.

Που θα λύνουν τις τοπικιστικές αντιπαραθέσεις για τη χωροθέτηση νέων λιμανιών, αεροδρομίων, βιομηχανικών και βιοτεχνικών πάρκων, χωματερών, με βάση τη συνολική και προοδευτική περί ανάπτυξης αντίληψη.

Που θα αναζητούν νέες κοινωνικές συναινέσεις και που θα καλλιεργούν στο λαό νέες αντιλήψεις και προσεγγίσεις για κοινωνική συνοχή και συλλογική ευθύνη.

Η χάραξη της αναπτυξιακής στρατηγικής και η πρόοδος δεν είναι έργο μόνο των αξιωματούχων, δεν είναι προνόμιο μόνο των τεχνοκρατών, είναι δικαίωμα των πολιτών. Είναι δράση που απαιτεί τη συμμετοχή και ανταπόκριση των κοινωνιών. Κοινωνιών που καθοδηγούνται από ηγεσίες, που δεν λειτουργούν με πελατειακή αντίληψη ή με στρατηγικές μείωσης του εκλογικού κόστους και χαϊδέματος αυτιών.

Εμείς, οι νέοι, που δίνουμε τη μάχη μέσα από τις τάξεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της Νεολαίας ΠΑ.ΣΟ.Κ., δεν αναζητούμε την εύκολη λύση. Δεν επιδιώκουμε αποφάσεις και πολιτικές που υπαγορεύουν οι δημοσκοπήσεις, όπως χαρακτηριστικά κάνει η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

Θέλουμε να ξεβολέψουμε, όσους έχουν βολευτεί με την αδράνεια και τη στασιμότητα. Θέλουμε να δούμε νέες στρατηγικές και πολιτικές δράσεις που ανταποκρίνονται στις ανάγκες και τις αναζητήσεις μας.

Θέλουμε να χαράξουμε σαφή όρια ανάμεσα στη συντηρητική και απολιτική διαχείριση, που αναζητά την εξουσία και προσκολλάται σε αυτή, και στην ανατρεπτική πολιτική που προτάσσει τη ρήξη, τη πρόοδο και τη συνολική ανάπτυξη.

Θέλουμε να δούμε τη Τοπική Αυτοδιοίκηση όχι μόνο διεκδικητή πόρων και έργων, αλλά και πυλώνα της δημοκρατίας και της πραγματικής αποκέντρωσης εξουσιών στους ίδιους τους πολίτες.

Θέλουμε να δούμε τους τοπικούς άρχοντες, που έχουν ή διεκδικούν τη σημαία του ΠΑ.ΣΟ.Κ., να αναδεικνύουν τη πολιτική της συναίνεσης, της συνεννόησης και της υπερτοπικής αντίληψης στη πρώτη γραμμή.

Θέλουμε οι δημοτικές αρχές να κάνουν πράξη τις πολιτικές μας αντιλήψεις για την ενίσχυση της απασχόλησης, της κοινωνικής συνοχής και της στήριξης των μη προνομιούχων.

Θέλουμε οι δήμοι και οι νομαρχίες που εκφράζουν το ΠΑ.ΣΟ.Κ. να υλοποιούν αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, χωρίς μεροληπτικές ή ρουσφετολογικές επιλογές, με βάση ενιαίο στρατηγικό σχεδιασμό και σαφείς παραγωγικούς στόχους.

Θέλουμε κάθε τοπική κοινωνία να αναλαμβάνει τις ευθύνες, που τις αναλογούν, στη κατανομή τόσο της παραγωγικής διαδικασίας και του πλούτου, όσο και στις συνέπειες που κάθε μορφής ανάπτυξης επιφέρει.

Θέλουμε κάθε αιρετός φορέας στη Κρήτη, που είναι υπό την ευθύνη στελεχών του ΠΑ.ΣΟ.Κ., να εφαρμόζει και να υλοποιεί επιλογές, που στηρίζουν τη βελτίωση της ποιότητας ζωής, τη προστασία του περιβάλλοντος και την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών στην υγεία και τη παιδεία.

Αναζητούμε την ατομική ευθύνη του καθενός σε κάθε συλλογική προσπάθεια και απαιτούμε την υποταγή κάθε προσωπικής στρατηγικής σε ενιαίους και δημοκρατικά προσδιορισμένους στόχους.

Ουσιαστικά απαιτούμε τα νέα όργανα να δουλέψουν. Απαιτούμε να μη βαλτώσουν σε λογικές συσχετισμών. Να μην αλλοτριωθούν στη λογική «…όσο λιγότερα κάνουμε, τόσο λιγότερους ενοχλούμε».

Ας μη ξεχνάμε ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ. είναι αντιπολίτευση. Ας μη ξεχνάμε ότι οι λογικές του παρελθόντος, οι λογικές των συναλλαγών και των επιχειρηματικών εξυπηρετήσεων, οι λογικές της κατανομής ρόλων, πολιτικής και διοικητικής εξουσίας στους υμετέρους, καταδικάστηκαν.

Αυτά και άλλα φαινόμενα που αναδείκνυαν έκπτωση αξιών, και έλλειψη αρχών οδήγησαν το ΠΑ.ΣΟ.Κ. στην αντιπολίτευση και τη Ν.Δ. στη Κυβέρνηση. Έτσι σήμερα η χώρα και ο λαός μας οδηγείται σε μεγάλες περιπέτειες πάνω σε ένα ακυβέρνητο καράβι με Πρωθυπουργό τον Κώστα Καραμανλή.

Η κρίση στην εξωτερική πολιτική και στην εικόνα της χώρας. Η μετατροπή μας σε χώρα του Γ’ Κόσμου, όπου βασιλεύει ο εργασιακός μεσαίωνας και η εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας. Το άκριτο άνοιγμα στους σκληρούς νόμους της αγοράς, χωρίς διαμόρφωση ισχυρού δικτύου κοινωνικής προστασίας, είναι το μέλλον που μας επιφυλάσσει η Νέα Δημοκρατία.

Είναι το μέλλον που πρέπει να αγωνιστούμε να μην γίνει πραγματικότητα και να ανατρέψουμε όταν ο λαός μας καλέσει να υπηρετήσομε τα οράματα και τις ανάγκες του.

Ταυτόχρονα, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. διεκδικεί την ολοκλήρωση της αποκέντρωσης και την ενίσχυση των περιφερειών με την θεσμοθέτηση της αιρετής περιφερειακής αυτοδιοίκησης.

Το Περιφερειακό Συνέδριο είναι ένα βήμα για να ωριμάσει η κομματική μας λειτουργία και τα στελέχη μας. Ένα βήμα για να σκεφτούμε πως θέλουμε να στήσουμε τη νέα διοικητική δομή της χώρας και να δουλέψουμε πρώτα το ίδιο μας το κόμμα, πάνω σε αυτή τη λογική.

Ουσιαστικά, η νέα μεταρρύθμιση, το κυβερνητικό μας πρόγραμμα, να μην προέλθει από τη κορυφή και τους τεχνοκράτες των Αθηνών, αλλά από την οργανωμένη βάση των μελών και των φίλων του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Είναι προφανές ότι τα μέλη που εκλέχτηκαν στη Περιφερειακή Επιτροπή και σε όλα τα όργανα, πρέπει να αντιληφθούν το ρόλο τους. Οφείλουν να δουλέψουν για το μέλλον και όχι για την αναπαραγωγή των συσχετισμών και των αντιλήψεων που έρχονται από το παρελθόν.

Να δουλέψουν για τη χώρα και τη Κρήτη και όχι για όσους θέλουν να προσεγγίσουν την εξουσία ή να καρπωθούν οφέλη από αυτή.

Σε αυτή τη προσπάθεια τόσο σε τοπικό, όσο και σε εθνικό επίπεδο ο ρόλος των νέων είναι σημαντικός. Η Κρήτη έχει την ευτυχία να έχει μια δυναμική νέα γενιά. Έχει τη τύχη να έχει μια ζωντανή οργάνωση της Νεολαίας ΠΑ.ΣΟ.Κ. Μια οργάνωση που παρά τις αντιθέσεις της, μπορεί να συνθέτει και να δημιουργεί.

Ο Πρόεδρος μας, ο Γ. Παπανδρέου έδωσε το στίγμα μας. Αλλάζουμε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. για να αλλάξουμε την Ελλάδα. Αλλάζουμε πρόσωπα όχι για αλλάξουμε «το παλιό παράγοντα με το νέο παράγοντα», αλλά για να αλλάξουμε το περιεχόμενο της πολιτικής μας. Για να αλλάξουμε την εικόνα μας. Για να ξανακερδίσουμε την εμπιστοσύνη των πολιτών και της κοινωνίας.

Ελπίζω, με αυτό το πνεύμα, μια σειρά συντρόφων, να εκτέθηκε στη κρίση των συνέδρων και να κρίθηκαν για τη διάθεση τους, για το πάθος τους, για την ψυχή τους. Γι’ αυτό που μπορούν να προσφέρουν στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. και στη κοινωνία και όχι μόνο για όσα έκαναν μέχρι σήμερα στο κομματικό χώρο.

Όλοι ελπίζουμε να ανταποκριθούν στη πρόκληση αυτή.

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2005

Περιφερειακό Συνέδριο Κρήτης και Νέα Γενιά

ΔΕΛΤΙΟΥ ΤΥΠΟΥ

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ολοκληρώνει αυτή τη περίοδο, και σε επίπεδο Κρήτης, μια μεγάλη πορεία διαλόγου και προβληματισμού. Μια περίοδο όπου πραγματοποιήθηκαν δεκάδες ολομέλειες και συζητήσεις με αντικείμενο τη φυσιογνωμία και τους στόχους του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος.

Όλο αυτό το διάστημα έγινε προσπάθεια να δημιουργηθούν οι οργανωτικές και πολιτικές προϋποθέσεις, τόσο για την αλλαγή της εσωτερικής λειτουργίας και της εικόνας του ΠΑ.ΣΟ.Κ., όσο και για να διαμορφωθεί μια νέα σχέση με τη κοινωνία.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. μέσα από τη πορεία ανασυγκρότησης του στοχεύει στη δημιουργία ενός κόμματος ενταγμένου στη κοινωνία. Ενός κόμματος προβληματισμού, διαλόγου και διαβούλευσης με τους κοινωνικούς εταίρους και τους ενεργές ομάδες πολιτών. Στόχος μας είναι ένα κόμμα που να οραματίζεται ρεαλιστικά, να σκέφτεται παγκόσμια και να δρα καθημερινά και αποτελεσματικά. Θέλουμε να εκπληρώνουμε τα οράματα της κοινωνίας μας και να δίνουμε λύση στα καθημερινά προβλήματα των πολιτών.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. διήνυσε μια μεγάλη περίοδο αυτοκριτικής. Διαπίστωσε σειρά λαθών και παραλείψεων που το είχαν καταστήσει αναξιόπιστο. Ανέλυσε πολιτικές και συμπεριφορές που το έφεραν σε σύγκρουση με τις ιδέες μας, τις αξίες μας και τις αρχές μας. Κατέγραψε πράξεις και αποφάσεις, που οδήγησαν τη κοινωνία να δυσπιστεί για τις προθέσεις μας και να αναρωτιέται για τους στόχους μας.

Ταυτόχρονα, υλοποιώντας πολιτικές για μεγάλα εθνικά και ευρωπαϊκά ζητήματα ξέχασε τον απλό πολίτη, τον άνθρωπο, το μη προνομιούχο. Απομακρύνθηκε από τους ανθρώπους που ένιωσαν ότι οι εξελίξεις τους προσπερνούν.

Παράλληλα δε στάθηκε με αμεροληψία κοντά σε όσους έβλεπαν ως πρόκληση το μέλλον. Στελέχη μας σε θέσεις ευθύνης μπήκαν στο πειρασμό να ευνοήσουν «υμετέρους» επιχειρηματίες και να συντηρήσουν μια ιδιόμορφη κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα κομματικών στελεχών, η οποία στα μάτια της κοινή γνώμης, απαξίωνε καθημερινά, κάθε θεσμικό μέτρο και πρωτοβουλία μας.

Σήμερα, τώρα το ΠΑ.ΣΟ.Κ. αλλάζει. Αλλάζει συνεχώς. Αλλάζει γιατί η κοινωνία καταδίκασε το παλιό. Αλλάζει γιατί εμείς οι ίδιοι δε θέλουμε να μείνουμε προσκολλημένοι στο χτες. Αλλάζει γιατί είναι ένα βαθιά λαϊκό κίνημα το οποίο αναζωογονείται από τις κοινωνικές του ρίζες και από τον έμφυτη τάση για πρόοδο, της μεγάλης δημοκρατικής παράταξης της πατρίδας μας. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. αλλάζει γιατί η χώρα και οι ανάγκες του λαού το απαιτούν.

Σήμερα η χώρα μας αντιμετωπίζει σειρά εξωγενών προβλημάτων, τα οποία εντείνονται ακόμα περισσότερο από τη πολιτική της Νέας Δημοκρατίας. Μια πολιτική χωρίς όραμα, χωρίς σχέδιο, χωρίς στόχους τόσο για το μέλλον της πατρίδας μας όσο και για τη δομή της κοινωνία μας.

Καθημερινά διαπιστώνουμε ότι η χώρα μας τίθεται στο περιθώριο των ευρωπαϊκών εξελίξεων. Η Ελλάδα από χώρα πρωταγωνιστής έχει μετατραπεί σε χώρα «θεατής», η οποία απλώς παρακολουθεί τις εξελίξεις, χωρίς να τις συνδιαμορφώνει ή τουλάχιστο να τις επηρεάζει.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα η χώρα έχει ενταχθεί στη κατηγορία των χωρών που δημιουργούν προβλήματα και που απασχολούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τις υπηρεσίες της Ένωσης, όχι με τις πολιτικές τις πρωτοβουλίες και τις προτάσεις της, αλλά με ζητήματα διοικητικά και διαχειριστικά. Που περιμένει ως χώρα δορυφόρος, ως μια χώρα υποτελής οδηγίες και εγκρίσεις από υπαλλήλους και γραφειοκράτες, για εθνικούς νόμους και τις ονομαζόμενες «μεταρρυθμίσεις» της Νέας Δημοκρατίας.

Ταυτόχρονα στο εσωτερικό της χώρας παρατηρούμε σειρά νόμων, που ξεπληρώνουν το ένα μετά το άλλο τα προεκλογικά γραμμάτια της Κυβέρνησης. Εξόφληση γραμματίων προς τις μεγάλες επιχειρήσεις με τη μείωση της φορολογίας τους κατά 5% επί του συνόλου των κερδών τους.

Εξόφληση γραμματίων προς τα «γαλάζια παιδιά» με την κατάργηση της αξιοκρατίας μέσα από την παύση χωρίς αξιολόγηση, όλων των Διευθυντών και Προϊσταμένων και διορισμό νέων με μοναδικό κριτήριο τα χρόνια υπηρεσίας. Έτσι η δημόσια διοίκηση «εκσυγχρονίζεται» με υπάλληλους με προσόντα και γνώσεις από το 1980 και πίσω. Ταυτόχρονα καθιερώνεται η συνέντευξη ως βασικό κριτήριο για τις προλήψεις στο δημόσιο.

Εξόφληση γραμματίων προς τους εφοπλιστές, μέσα από τη προσπάθεια μειωθεί το κόστος των λιμανιών εις βάρος των εργαζομένων και των εργασιακών δικαιωμάτων (υπερωρίες, νυχτερινά, επιδόματα αργιών, κλπ) τους.

Εξόφληση γραμματίων προς τους τραπεζίτες, με μείωση κατά περίπου 50% των ασφαλιστικών εισφορών που δίνουν για τους εργαζόμενους τους, προφανώς εις βάρος των συντάξεων των υπαλλήλων και με επιβάρυνση του Ι.Κ.Α.

Γραμμάτια προς υμετέρους της Κυβέρνησης επιχειρηματίες, που επιδιώκουν να αρπάξουν το φιλέτο των Δημόσιων Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας, μέσα από την κατάργηση της μονιμότητας, τη μείωση μισθών, τη κατάργηση υπερωριών και οχταώρου, ώστε να γίνουν κερδοφόρες για όσους τις αγοράσουν έναντι «πινακίου φακής».

Χαλάρωση του οχταώρου, μείωση τους κόστους των υπερωριών, κατάργηση του ορίου απολύσεων, αλλαγή-απελευθέρωση του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων, ώστε να ευνοηθούν από τη μείωση των εξόδων τους οι μεγάλες επιχειρήσεις και τα πολυκαταστήματα. Έτσι δίνεται ακόμα μεγάλο χτύπημα στους μικρο-μαγαζάτορες και τους ελεύθερους επαγγελματίες.

Ο ένας νόμος μετά τον άλλον αποδεικνύουν το πραγματικό πρόσωπο της νεοφιλελεύθερης δεξιάς και αποδομούν την επίπλαστη εικόνα του κοινωνικού κέντρου που στα λόγια καλλιεργεί και διακηρύσσει ο Κώστας Καραμανλή.

Καθημερινά αποδεικνύεται περίτρανα πως αντιλαμβάνεται η Κυβέρνηση τη κοινωνική συνοχή. Επιδιώκει την αντιπαράθεση μεταξύ των εργαζομένων αποκαλώντας κάποιους ρετιρέ, όπως χαρακτηριστικά κάνει ο κρητικός Υπουργός Ναυτιλίας Μανόλης Κεφαλογιάννης. Έτσι επιχειρείται να δημιουργηθεί φθόνος και σύγκρουση μεταξύ κατηγοριών εργαζομένων για να αποδυναμωθούν ενιαίοι αγώνες και διεκδικήσεις για τη βελτίωση συνολικά της κατάστασης όσων βρίσκονται υπό καθεστώς μισθωτής εργασίας.

Κανείς βέβαια δεν εξηγείται ότι οι ορισμένοι μισθοί είναι σχετικά υψηλοί γιατί κάποιοι εργαζόμενοι δουλεύουν περισσότερο από 22 οχτάωρα, που τυπικά δουλεύει ο μέσος εργαζόμενος, το μήνα, ή ότι εργάζονται νύχτες, σαββατοκύριακα, αργίες και υπερωριακά ή κάτω υπό καθεστώς βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων τα οποία επιδοτούνται.

Ουσιαστικά η Κυβέρνηση προσπαθεί να διασπάσει το εργατοϋπαλληλικό κίνημα και να μετατρέψει τα προνόμια τους ενός σε «λεία» και όχι σε διεκδίκηση για τους υπόλοιπους. Έτσι καλεί τους κοινωνικά πιο αδύναμους να «αρπάξουν πλούτο» από άλλους εργαζόμενους, που βρίσκονται στην ίδια κατηγορία, δηλαδή είναι υπάλληλοι και συνταξιούχοι, χωρίς όμως το πρόθεμα «χαμηλο-»

Ταυτόχρονα γίνεται κατανοητή η πάγια αντίληψη της Νέας Δημοκρατίας περί κοινωνικής δικαιοσύνης. «…Αφού κάποιοι εργαζόμενοι παίρνουν αρκετά και κάποιοι άλλοι λιγότερα ας πάρουν όλοι οι εργαζόμενοι λιγότερα!!!» Μόνη ωφελημένη η κατά τη Κυβέρνηση προσφιλής και όπως φαίνεται «αδικημένη», τάξη του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον κοινωνικών συγκρούσεων, απαξίωσης της εργασίας και των εργαζομένων, διχασμού της κοινωνίας, μεταξύ των φτωχών και των πολύ φτωχών, κατάργησης ασφαλιστικών κατακτήσεων, ακρίβειας και πραγματικής μείωσης μισθών, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. αποτελεί και πάλι τη μοναδική πολιτική δύναμη που μπορεί να δώσει ένα ενιαίο και συνεκτικό όραμα για τη χώρα και τη κοινωνία μας.

Ένα όραμα που στηρίζεται στην ανάπτυξη και τη δίκαιη κατανομή του πλούτου σε όλους. Όραμα που στηρίζεται στον εκσυγχρονισμό του κράτους και την αποκέντρωση της δημόσιας διοίκησης. Ένα νέο σχέδιο που προτάσσει την ανάπτυξη των περιφερειών, με βάση τα ιδιαίτερα πλεονεκτήματα τους και τις ανάγκες τους. Ένα σχέδιο που θέλει τους πολίτες ενεργούς και συμμέτοχους με δικαίωμα στη λήψη των αποφάσεων και στον έλεγχο κάθε εξουσίας.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. αποκεντρώνει την ίδια την κομματική του λειτουργία, ώστε να πάψει να είναι κόμμα αξιωματούχων. Ενισχύει το λόγο και τη παρέμβαση των περιφερειών, ώστε να σταματήσει η κομματική λειτουργία να ασκείται από «παράγοντες». Ανασυγκρότησε τις δημοτικές του οργανώσεις, με στόχο να γίνουν κύτταρα πολιτικού προβληματισμού και κοινωνικού διαλόγου.

Σήμερα που το αίτημα για αλλαγή και ανανέωση είναι επιτακτικό, τόσο για το ΠΑ.ΣΟ.Κ., όσο και για τη χώρα γίνεται ιδιαίτερος και σημαντικός ο ρόλος της Νεολαίας ΠΑ.ΣΟ.Κ. και των νέων ανθρώπων. Η ανανέωση στις ιδέες και στα πρόσωπα δε μπορεί να γίνει μόνο με αόριστες προσκλήσεις για συμμετοχή, δε μπορεί να γίνει μόνο με ηλικιακά κριτήρια.

Πρέπει να γίνει με αλλαγή πρακτικών. Με αλλαγή νοοτροπίας. Με βάση τη πολιτική πρόταση και δράση κάθε μέλους ή στελέχους μας. Η Νεολαία ΠΑ.ΣΟ.Κ. όντας πάντα ένας χώρος προβληματισμού και αμφισβήτησης, ένας χώρος αντίδρασης σε ότι προβαλλόταν σα δεδομένο και άρνησης σε ότι φαινόταν ως μονόδρομος, παίζει καταλυτικό ρόλο.

Ήδη η ανανέωση στα όργανα του Κινήματος στη Κρήτη υπήρξε σημαντική. Η συμμετοχή των νέων ακόμα πιο ελπιδοφόρα. Το Ιδρυτικό Περιφερειακό Συνέδριο της Κρήτης είναι συνέδριο σταθμός στη πορεία αυτή. Η Νεολαία ΠΑ.ΣΟ.Κ. στο νησί μας, μια νεολαία με πολιτικές προτάσεις, με δράση, με κοινωνική αναφορά σε μαζικούς χώρους, με πρωτοβουλίες, βλέπει αυτό το συνέδριο ως μια πρόκληση και ως μια ευκαιρία.

Πρόκληση για να αναδείξει τις νέες ανάγκες των πολιτών και μια νέα οπτική στην αντιμετώπιση των προβλημάτων. Ευκαιρία για πραγματική αλλαγή. Ευκαιρία να ξεφύγουμε από την ανακύκλωση προσώπων, την άθροιση προσωπικών στρατηγικών, την έκφραση συσχετισμών και απολίτικων ομαδοποιήσεων.

Η Ν. ΠΑ.ΣΟ.Κ. εκθέτει στο Περιφερειακό Συνέδριο του Κινήματος, στη Κρήτη, τη πολιτική της και τις προτάσεις της. Εκθέτει στελέχη με παρουσία και προσφορά. Εκθέτει πρόσωπα, που συνθέτουν με στόχο το μέλλον, και δεν αναπαράγουν τις διαιρέσεις που μεταφέρει το παρελθόν. Τώρα είναι η ώρα της γενιάς μας. Τώρα είναι η ώρα να δώσουμε απαντήσεις στα σύγχρονα ζητήματα. Τώρα είναι η ώρα να ξεφύγουμε από τη μιζέρια και τις αγκυλώσεις. Τώρα είναι η ώρα να αλλάξουμε πραγματικά. Να αλλάξουμε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. για να αλλάξουμε την Ελλάδα.

Μανώλης Πετράκης

Μέλος Εθνικού Συμβουλίου Νεολαίας ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2005

Ένας χρόνος ΝΔ. Ένας χρόνος χωρίς στίγμα και σχέδιο

Πρόσφατα συμπληρώθηκε ένας χρόνος Κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας. Ένας χρόνος που σημαδεύτηκε από την ολυμπιακή προετοιμασία και την επιτυχημένη εκτέλεση των ολυμπιακών αγώνων, αλλά και αποκάλυψε με τον πιο τραγικό τρόπο το πόσο ανέτοιμη ήταν η Νέα Δημοκρατία για να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας.

Μια Κυβέρνηση το πρώτο χρόνο της θητείας της δε κρίνεται τόσο από την αποτελεσματικότητα της και την επίλυση προβλημάτων που επιτυγχάνει, αλλά κυρίως από το στίγμα που δίνουν οι πρωτοβουλίες της και τις κατευθύνσεις που διαφαίνεται ότι χαράσσει σε κρίσιμα θέματα, για το μέλλον της χώρας.

Έτσι, ξεκινώντας από την αιχμή του δόρατος του αντιπολιτευτικού λόγου της Νέας Δημοκρατίας, δηλαδή την καταπολέμηση της ακρίβειας, τη βελτίωση της καθημερινότητας, την πάταξη της διαφθοράς, την ενίσχυση της διαφάνειας και τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης, ο απολογισμός είναι απογοητευτικός.

Η ακρίβεια όχι μόνο δεν περιορίζεται, αλλά ουσιαστικά και τα μέτρα που έλαβε η προηγούμενη κυβέρνηση έχουν ατονήσει απελπιστικά. Οι τιμές πλέον δεν αυξάνονται από κερδοσκόπους ή από επιτήδειους. Αυξάνονται επίσημα με την ανοχή της Κυβέρνησης και με ρυθμούς μεγαλύτερους από τον πληθωρισμό ή την αύξηση των μισθών. Χαρακτηριστικότερη είναι η αύξηση των τιμών των φαρμάκων με τη μέθοδο της απόσυρσης παλιών σκευασμάτων και της εισόδου στην αγορά νέων και ακριβότερων. Μια διαδικασία που πλήττει ιδιαίτερα τους συνταξιούχους και τους χαμηλόμισθους, επιδεινώνει τα οικονομικά των ασφαλιστικών ταμείων και μειώνει το μερίδιο αγοράς της εγχώριας φαρμακοβιομηχανίας με επακόλουθη τη μείωση των θέσεων εργασίας.

Η δημόσια διοίκηση δεν έχει ενισχυθεί με κανένα πόρο και κανένας νέος θεσμός ή πρόγραμμα εκσυγχρονισμού (ευρωπαϊκό ή μη) δεν έχει ανακοινωθεί. Ακόμα και τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών πνέουν τα λοίσθια. Αντίθετα ρυθμίστηκαν άμεσα, μέσα στο καλοκαίρι, τα ζητήματα για την τακτοποίηση των «γαλάζιας απόχρωσης» …υποψηφίων προϊσταμένων και διευθυντών.

Στη συνέχεια ακολούθησε η ρύθμιση στο Νόμο περί Α.Σ.Ε.Π. για την προσωπική συνέντευξη. Μια ρύθμιση η οποία καθιστά διαβλητό το συγκεκριμένο διαγωνισμό, αφού καταργείται η ανωνυμία των υποψηφίων και η βαθμολόγηση γίνεται «εξ όψεως» και σίγουρα… με βάση το σημείωμα της τοπικής Ν.Ο.Δ.Ε. ή του ισχυρού βουλευτή-κομματάρχη-υπουργού κλπ. Ουσιαστικά σύντομα θα οργιάσει ο κομματικός μηχανισμός για την «τακτοποίηση» της «γαλάζιας γενιάς».

Η καθημερινότητα δεν έχει βελτιωθεί καθόλου. Κανένα έργο υποδομής για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών, δεν έχει ξεκινήσει. Κανένας νέος θεσμός που να συμβάλλει προς τη παραπάνω κατεύθυνση δεν έχει ανακοινωθεί, ούτε κάποιος παλιότερος (Βοήθεια στο Σπίτι, Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, Ολοήμερα Δημοτικά ή Γυμνάσια, κλπ) έχει ενισχυθεί ή βελτιωθεί,

Τέλος «ο πόλεμος κατά της διαφθοράς» περιορίστηκε σε ένα πολύπλοκο, μάλλον ανεφάρμοστο και αντι-επενδυτικό νομοθετικό πλαίσιο. Ένα πλαίσιο με στόχο την διευθέτηση ‘εν ιδεί’ τροχονόμου, του ιδιοκτησιακού καθεστώτος μέσων ενημέρωσης και κατασκευαστικών εταιρειών, προς όφελος της Κυβέρνησης και ενδεχομένως γαλάζιων επιχειρηματιών. Μια ρύθμιση που φυσικά δεν είχε σκοπό την απεξάρτηση της πολιτικής εξουσίας από τα μεγάλα συμφέροντα και τη διασφάλιση του δημοσίου χρήματος.

Ταυτόχρονα η υπόλοιπη δημόσια διοίκηση εξακολουθεί να οδηγεί τους πολίτες στην απόγνωση και ορισμένους λειτουργούς της στο παράνομο πλουτισμό, είτε κάνοντας τα στραβά μάτια, είτε διευθετώντας γρήγορα τις υποθέσεις των πολιτών (γρηγορόσημο).

Όπου τα φαινόμενα διαφθοράς είναι παραπάνω από φανερά και έχουν τη μορφή κυκλώματος (εκκλησία, δικαιοσύνη) η Κυβέρνηση, ως νέος «Πόντιος Πιλάτος» εφηύρε την μαγική συνταγή της «αυτοκάθαρσης». Μια ρήση που εξασφαλίζει την μη διαταραχή των εσωτερικών συσχετισμών σε αυτούς τους χώρους και διατηρεί την Κυβέρνηση στη γραμμή της μη άσκησης πολιτικής, όπως σε πολλά θέματα.

Η μη άσκηση πολιτικής, η εξ αποστάσεως παρακολούθηση των εξελίξεων, η ηθικολογία και οι συνεχείς διακηρύξεις για …κάτι που θα έρθει αργότερα, αποτελεί τη μοναδική γραμμή που εφαρμόζει με συνέπεια η Κυβέρνηση. Βασικό γνώρισμα όλων των δράσεων είναι η άσκηση πολιτικής με εξαρτημένα αντανακλαστικά, δηλαδή με βάση την επικαιρότητα των δελτίων ειδήσεων. Θέτουν τα Μ.Μ.Ε. θέμα μετεγγραφών ψηφίζεται νόμος, θέτουν θέμα λειτουργίας της δικαιοσύνης, ψηφίζεται νόμος.

Αντίθετα, όπου το ζήτημα είναι καυτό η Κυβέρνηση παρακολουθεί. Τίθεται θέμα εκκλησίας «η Κυβέρνηση παρακολουθεί». Τίθεται θέμα εθνικό που αφορά τη Κύπρο ή το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, «η Κυβέρνηση παρακολουθεί με προσοχή και ο Πρωθυπουργός ενημερώνεται…». Τίθεται θέμα ΛΑΦΚΑ, η Κυβέρνηση μηχανορραφεί εις βάρος των συνταξιούχων, ο Κώστας Καραμανλής έχει άγνοια… και όταν ενημερώνεται,… απλώς εξαγγέλλει ρύθμιση με ορίζοντα τετραετίας…

Αλήθεια, έχει κατανοήσει ο Πρωθυπουργός ότι ήδη αυτός και η Νέα Δημοκρατία κυβερνά τη χώρα και ότι δεν βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο; Έχει κατανοήσει η Νέα Δημοκρατία ότι δε βρισκόμαστε σε περίοδο που μπορεί να ασκεί κριτική σε άλλους και να εξαγγέλλει συνεχώς μέτρα για το απώτερο μέλλον, όντας η ίδια στην εξουσία;

Η αξιοπιστία της Κυβέρνησης έχει τρωθεί τόσο από τη μη εφαρμογή των εξαγγελιών της, όσο και από την συνεχή αναζήτηση για το ποια (;) είναι η πραγματική οικονομική κατάσταση της χώρας. Έτσι, άλλα ήξερε η Νέα Δημοκρατία το Μάρτιο του 2004, άλλα διαπίστωσε και εξήγγειλε στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, άλλα περιγράφηκαν από το Κρατικό Προϋπολογισμό τον Δεκέμβριο και άλλα λιγότερα, πολύ λιγότερα, ανακοινώθηκαν από τον Πρωθυπουργό, για την ενίσχυση του εισοδήματος των συνταξιούχων και των χαμηλόμισθων. Έτσι οι ρυθμίσεις φθίνουν όλο και περισσότερο, ως προς την αποτελεσματική αντιμετώπιση της φτώχιας και της ακρίβειας, αλλά και να απέχουν πολύ από τις προεκλογικές δεσμεύσεις της Νέας Δημοκρατίας.

Αλλά ακόμα και στα ζητήματα τα οποία αποτελούν επιλογές αιχμής, όπως η αναπτυξιακή πολιτική, και οι περί του θέματος αναπτυξιακοί νόμοι, μειώσεις εισφορών, κλπ η αξιοποίηση της ολυμπιακής κληρονομιάς, η καταπολέμηση της ανεργίας και η κοινωνική πολιτική η Κυβέρνηση έδειξε το πραγματικό πρόσωπο της.

Μειώθηκε κατά 5% η φορολογική εισφορά στις επιχειρήσεις για τα εισοδήματα που θα προκύψουν το 2005 (δηλαδή θα φορολογηθούν το 2006), αλλά αντίθετα αυξήθηκαν άμεσα από 1-1-2005 οι μηνιαίες κρατήσεις που πληρώνουν οι μισθωτοί κάθε μήνα στην εφορία. Ο αναπτυξιακός νόμος δίνει σοβαρά κίνητρα για νέες επενδύσεις, χωρίς όμως να διασφαλίζεται η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Ουσιαστικά δεν υπάρχει καμία πολιτική που να διασφαλίζει την αναπτυξιακή πορεία της χώρας και την ενίσχυση της απασχόλησης.

Δυστυχώς, η περίοδος που διανύουμε είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για τη χώρα. Πολλοί ήλπιζαν ότι η αναπτυξιακή πορεία των τελευταίων χρόνων, θα συνεχιζόταν, μέσα από τα μεγάλα έργα υποδομής, την αξιοποίηση του Γ’ Κ.Π.Σ. και την αξιοποίηση της μεταολυμπιακής κληρονομιάς. Η ισχυρή οικονομία και η αναβαθμισμένη αξιοπιστία της χώρας μας στη διεθνή πολιτική σκηνή, περιμέναμε ότι θα ήταν η βάση για ακόμα πιο ενεργό ρόλο της Ελλάδας σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

Οι σημαντικές παρεμβάσεις της Ελλάδας στο χώρο των Βαλκανίων και της Αν. Μεσογείου, η δυναμική συμμετοχή της χώρας μας στα κέντρα λήψης των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αναδείχτηκε από την πετυχημένη ελληνική προεδρία, και η συμμετοχή στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε., αναμέναμε ότι θα είχαν καταλυτική επιρροή στην λύση του Κυπριακού. Παράλληλα οι περισσότεροι εκτιμούσαν ότι η Ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, υπό το πρίσμα των παραπάνω γεγονότων, θα οδηγούσε στην οριστική επίλυση των πραγματικών ελληνοτουρκικών διαφορών.

Ένα χρόνο μετά την 7η Μαρτίου 2004 ανατράπηκαν όλες αυτές τις προσδοκίες του ελληνικού λαού. Η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας όχι μόνο δεν αξιοποίησε την «προίκα» των Κυβερνήσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αλλά απεμπόλησε όλα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας.

Υποβάθμισε το Κυπριακό ζήτημα, κρατώντας θέση ουδέτερου παρατηρητή, απέχοντας ουσιαστικά από τη διαπραγμάτευση.

Απεμπόλησε κάθε παρεμβατικό ρόλο της Ελλάδας, στη πορεία της Τουρκίας προς την Ευρώπη, δίνοντας εξαρχής «θετική» ψήφο, χωρίς να λάβει την ελάχιστη εγγύηση για υλοποίηση των δεσμεύσεων του Ελσίνκι.

Εκμηδένισε την αξιοπιστία της χώρας στην Ε.Ε., καθιστώντας την όχι μόνο αφερέγγυα, αλλά και υπό κηδεμονία με την περιβόητη απογραφή.

Τέλος ακόμα και η μικρή ελπίδα των πολιτών που στήριξαν τη Νέα Δημοκρατία για μια άλλη διακυβέρνηση, χωρίς «αλαζονεία» και έπαρση, με προσήλωση στην «ηθική» και την «διαφάνεια» και με ύφος «σεμνό και ταπεινό» διαψεύστηκε οικτρά.

Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, θιασώτης του νέου ύφους, αντιμετώπισε τους αγρότες με ύφος «αυτοκράτορα προς υποτακτικούς», παραπέμποντας τους σε μια αναξιόπιστη ηγεσία του Υπουργείου Γεωργίας, και απαξιώντας να έχει συνάντηση μαζί τους. Φυσικά κανείς δεν είναι δυνατό να ξεχάσει τις «θεατρικές παραστάσεις» του Κώστα Καραμανλή, μιλώντας προς τους αγρότες κατά τη προεκλογική περίοδο ή ακόμα και τη «μαχητική συμμετοχή» Βουλευτών, Νομαρχών και πολιτευτών της Νέας Δημοκρατίας σε ‘μπλόκα’ αγροτών σε παλιότερες χρονικές περιόδους.

Η πολιτική του Υπουργείου Υγείας υποβαθμίστηκε στη «μάχη του ράντζου», αδιαφορώντας για την υψηλού επιπέδου παροχή υπηρεσιών υγείας που σχετίζεται με τις υποδομές, τη σωστή αξιοποίηση των πόρων και τη αποτελεσματική οργάνωση και διοίκηση των νοσοκομείων. Μεγάλα νοσοκομεία παραμένουν κλειστά χάρη «εργολαβικών διευθετήσεων», τα Π.Ε.Σ.Υ. εξελίχτηκαν σε μηχανισμό εξυπηρέτησης υμετέρων και η διαχείριση των εφημέριων κατέστη πολιτικό ζήτημα αιχμής.

Η τραγική ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας μέσα σε λίγο διάστημα επέφερε την πλήρη κομματικοποίηση στο στράτευμα, την αποδιοργάνωση και την αποστελέχωση κρίσιμων μονάδων, με έκδηλο παράδειγμα τη τραγική πτώση του ‘Σινούκ’, και το ‘αλαλούμ’ που επικράτησε. Προσέγγισε αλλοπρόσαλλα τα θέματα των εξοπλισμών, εκθέτοντας τη χώρα μας, στη Ρωσία και οδήγησε σε σκανδαλώδεις ανασκευές και διαψεύσεις. Έφτασε ακόμα και στο να ορίσει προσωπικό στρατονόμο για κάθε δημοσιογράφο που καλύπτει το ρεπορτάζ του Υ.ΕΘ.Α.

Το Υπουργείο Παιδείας, αφού στην αρχή της χρονιάς αποδιοργάνωσε και κομματικοποίησε τις Διοικήσεις της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης συνεχίζει την «πολιτική αιχμής για την αναβάθμισης της Παιδείας» με περικοπή των πιστώσεων για θέσεις καθηγητών και των τακτικών προϋπολογισμών των Ανώτατων Ιδρυμάτων. Παράλληλα η πορεία του Γ’ Κ.Π.Σ. ουσιαστικά έχει βαλτώσει, στερώντας την εκπαίδευση από σημαντικούς αναπτυξιακούς πόρους.

Φέτος υπήρξε μείωση των δαπανών για τη Παιδεία στο 3,58% του Α.Ε.Π., έναντι 3,61% πέρυσι, αυτό μεταφράζεται στο 7% του συνολικού προϋπολογισμού για τη Παιδεία. Συνυπολογίζοντας το πληθωρισμό η πραγματική μείωση φτάνει το 10%. Τόση ακριβώς ήταν η μείωση της πραγματικής χρηματοδότησης των ΑΕΙ.

Επιπρόσθετα, παρουσία του Πρωθυπουργού, τέθηκε η αρχή ενός «Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία», αφού όμως πρώτα κατατέθηκε το πρώτο κανονιστικό νομοσχέδιο για τον Ο.Α.Τ.Α.Π., όπου αφήνει παράθυρο για «άλλης μορφής ανώτατα ιδρύματα στην Ελλάδα». Διαμηνύθηκε προς όλους, ότι θα εφαρμοστεί η πολιτική της Κυβέρνησης, καθορίστηκε ότι το επόμενο σχέδιο νόμου θα αφορά τα Ινστιτούτα Δια Βίου Εκπαίδευσης (Ι.Δ.Β.Ε.) και αναδείχτηκαν ως σημαντικά μέτρα πολιτικής δευτερεύοντα ή ανούσια θέματα, όπως την αντιμετώπιση του «φαινομένου των αιώνιων φοιτητών».

Ένα θέμα που δεν έχει στόχο να αντιμετωπίσει τα κακώς κείμενα στην Ανώτατη Εκπαίδευση, αλλά απλώς να αυξήσει στατιστικά την ετήσια δαπάνη του Κράτους ανά φοιτητή. Ουσιαστικά πρόκειται για άλλη μια αλχημεία ανάλογη με τη μεταφορά των αμυντικών δαπανών, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Μια κίνηση που μακροπρόθεσμα δημιουργεί περισσότερα προβλήματα στους φοιτητές και τις οικογένειες τους.

Αποκορύφωμα, που αποδεικνύει την αλλοπρόσαλλη πολιτική της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και την ασυνεννοησία της Κυβέρνησης, είναι οι προ καιρού «κόντρες» των Υπουργών και η «διαφοροποιημένη» ανάγνωση κυβερνητικών στοιχείων από υπουργείο σε υπουργείο. Είναι προφανές ότι τα παραπάνω είναι μερικά παραδείγματα που αναδεικνύουν τις μεγάλες αδυναμίες της Νέας Δημοκρατίας. Κάθε μέρα αποδεικνύεται όλο και περισσότερο ότι η χώρα μας βρίσκεται σε κρίση, ο λαός μας αισθάνεται ανασφαλής και η οικονομία μας εισέρχεται σε περίοδο ύφεσης.

Υπό το πρίσμα αυτό οι ευθύνες του ΠΑ.ΣΟ.Κ. είναι ιδιαίτερα σημαντικές, αφού πρέπει σύντομα να ανακτήσει την αξιοπιστία του στο λαό, να ανασυστήσει τους δεσμούς του με δυναμικές παραγωγικές ομάδες και επιστημονικούς και αναπτυξιακούς φορείς και να αποκαταστήσει την επικοινωνία του με τις κοινωνικές τάξεις που αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού.

Πρέπει άμεσα να αναδειχθούν νέες προτάσεις. Να υπάρξει δυναμική ανανέωση όχι μόνο του στελεχιακού δυναμικού, αλλά κυρίως ανανέωση των ιδεών μας, ριζοσπαστικοποίηση της δράσης μας και εκσυγχρονισμός των κομματικών δομών συμμετοχής και διαλόγου. Αυτό περιμένει από εμάς η ελληνική νεολαία, αλλά και ολόκληρη η κοινωνία.

Αφετηρία των πολιτικών πρωτοβουλιών μας, μετά το 7ο Συνέδριο του ΠΑ.ΣΟ.Κ., πρέπει να είναι η αναγέννηση της ελπίδας. Επιβάλλεται να είναι η αναθέρμανση του οράματος για μια διαφορετική, δημοκρατική, δίκαιη, πλουραλιστική και ανεκτική κοινωνία. Στόχος μας πρέπει να είναι η ενίσχυση της συμμετοχής. Η αναβάθμιση της επιρροής των πολιτών και της κοινωνίας στα κόμματα και στα κέντρα λήψης των αποφάσεων.

Οι πρωτοβουλίες μας δεν πρέπει να είναι τετριμμένες ή δημοσιοσχετίστηκες, πρέπει να συνεχείς, μαζικές και ουσιαστικές. Να μην περιορίζονται στον διακηρυκτικό ή επετειακό λόγο, αλλά να μετουσιώνονται σε πράξη στη καθημερινή μας δράση στη γειτονιά, το σχολείο, το χώρο δουλειάς, το πανεπιστήμιο.

Οφείλουμε να αφουγκραστούμε τα σύγχρονα αιτήματα των πολιτών και να συνθέσουμε με δημιουργικό τρόπο το όραμα για το αύριο. Πρέπει να αντιληφθούμε τις αλλαγές που συμβαίνουν γύρω μας και να δημιουργήσουμε όχι μόνο σε εθνικό, αλλά σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο τις συνθήκες για την έκφραση των σύγχρονων κινημάτων.

Είναι σαφές ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δε πρέπει να θεωρεί τίποτα στατικό, αλλά επιβάλλεται να αλλάζουμε μέσα από τον διάλογο, τη σύνθεση και τη συναπόφαση. Είναι απόλυτα αναγκαίο να μας διακρίνει η δημιουργική αμφισβήτηση και να σταματήσουμε να εγκλωβιζόμαστε σε νόρμες και κατεστημένες λογικές ή ιεραρχίες.

Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2005

Παιδεία: Προσυνεδριακή Ημερίδα Ν. ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ολοκλήρωσε πρόσφατα μια μακρά περίοδο προσυνεδριακού διαλόγου. Μια περίοδο συζήτησης και επαφής με το πολίτη και τα προβλήματα του. Μια περίοδο όπου όλοι οι ενεργοί πολίτες, τα μέλη και οι φίλοι του ΠΑ.ΣΟ.Κ. συμμετείχαν σε σειρά ανοιχτών διαδικασιών συζήτησης και διαλόγου.

Η περίοδος αυτή έκλεισε με την εκλογή των αντιπροσώπων για το 7ο Συνέδριο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Ένα συνέδριο το οποίο φιλοδοξεί να αλλάξει την δομή και τη φυσιογνωμία του Κινήματος. Ένα συνέδριο το οποίο μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για μια νέα σχέση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. με τη κοινωνία και το λαό.

Η μακρόχρονη διακυβέρνηση της χώρας οδήγησε πολλές φορές στην αποξένωση από τις κοινωνικές ομάδες που παραδοσιακά στήριξαν και στηρίχτηκαν από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. Την ίδια περίοδο εκκολάφτηκαν αλαζονικές συμπεριφορές και καλλιεργήθηκε μια διαχειριστική αντίληψη για τη πολιτική και μια τεχνοκρατική προσέγγιση των κοινωνικών ζητημάτων.

Το 7ο Συνέδριο κλείνει την περίοδο της ομφαλοσκόπησης και ανοίγει το κύκλο της πολιτικής αντεπίθεσης της προόδου και της αριστεράς ενάντια στο συντηρητισμό και την απραξία της Νέας Δημοκρατίας και τον ηθικολογικό και άνευ περιεχομένου διακηρυκτικό και περιγραφικό λόγο του Κώστα Καραμανλή.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. αναδιατάσσει όλες τι προοδευτικές δυνάμεις της χώρας, προκειμένου να αναδειχθεί το νέο όραμα για το μέλλον της πατρίδας μας. Ένα όραμα που θέλει την Ελλάδα ισχυρή και φερέγγυα στο διεθνή πολιτικό στίβο. Μια Ελλάδα με περιφερειακή και ολοκληρωμένη αναπτυξιακή στρατηγική, με σύγχρονη και αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, με ουσιαστικό κοινωνικό κράτος και αναπτυγμένο δίκτυο δράσεων για την αντιμετώπιση της φτώχιας, της ανεργίας, της περιθωριοποιήσεις.

Μια Ελλάδα που συμμετέχει στο κέντρο των ευρωπαϊκών αποφάσεων και των διεθνών εξελίξεων και δίνει τη μάχη με τον υπόλοιπο προοδευτικό και σοσιαλιστικό χώρο για μια παγκοσμιοποίηση με διαφορετικό μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης. Ανάπτυξη με σεβασμό στο περιβάλλον, στους φυσικούς πόρους, στις ανθρώπινες ανάγκες, στις δημοκρατικές ελευθερίες και την αυτοδιάθεση των λαών.

Σε αυτή τη πορεία το 7ο Συνέδριο παίζει καταλυτικό ρόλο. Αποτελεί τη βάση για την ανανέωση του πολιτικού λόγου και των διακηρύξεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Αποτελεί τη δέσμευση της προοδευτικής παράταξης προς το λαό μας για το μέλλον.

Ο Πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Γιώργος Παπανδρέου, ήδη έχει δώσει δείγματα γραφής, τόσο για το νέο περιεχόμενο του προγραμματικού λόγου του ΠΑ.ΣΟ.Κ., ο οποίος δε παρεκκλίνει, αλλά επικαιροποιεί τη Διακήρυξη της Γ’ Σεπτέμβρη και τις δημοκρατικές και προοδευτικές αξίες, και τη νέα φιλοσοφία για την οργάνωση ενός σύγχρονου πολυφωνικού και ανοιχτού κόμματος.

Η πορεία αυτή και το συνεχές κάλεσμα προς του νέους να συμβάλλουν σε μια νέα προσπάθεια ενδυνάμωσης της ελπίδας είναι καταλυτική για τη δράση και τις παρεμβάσεις της Νεολαίας ΠΑ.ΣΟ.Κ. Η οργάνωση των νέων σοσιαλιστών έχοντας διασφαλίσει τη διαφανή και δημοκρατική λειτουργία της, δίνει τη μάχη για ένα ριζοσπαστικό και ανανεωμένο ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Επιδιώκουμε να συμβάλλουμε δυναμικά όχι μόνο στην ανανέωση του στελεχιακού δυναμικού, αλλά κυρίως στην ανανέωση των ιδεών μας, στη ριζοσπαστικοποίηση της δράσης μας και στον εκσυγχρονισμό των κομματικών δομών συμμετοχής και διαλόγου. Αυτό περιμένουν από εμάς όχι μόνο οι νέοι που εντάχθηκαν στις τάξεις μας, αλλά και ολόκληρη η κοινωνία.

Αφετηρία των πολιτικών πρωτοβουλιών μας είναι η αναγέννηση της ελπίδας. Είναι η αναθέρμανση του οράματος για μια διαφορετική, δημοκρατική, δίκαιη, πλουραλιστική και ανεκτική κοινωνία. Στόχος μας πρέπει να είναι η ενίσχυση της συμμετοχής. Η αναβάθμιση της επιρροής των πολιτών και της κοινωνίας στα κόμματα και στα κέντρα λήψης των αποφάσεων.

Οι πρωτοβουλίες μας παύουν να είναι τετριμμένες ή δημοσιοσχετίστηκες, και γίνονται συνεχείς, μαζικές και ουσιαστικές. Δεν περιοριζόμαστε στον διακηρυκτικό ή επετειακό λόγο, αλλά τα μετουσιώνουμε όλα σε πράξη στη καθημερινή μας δράση στη γειτονιά, το σχολείο, το χώρο δουλειάς, το πανεπιστήμιο.

Αφουγκραζόμαστε τα σύγχρονα αιτήματα των πολιτών και συνθέτουμε με δημιουργικό τρόπο το όραμα για το αύριο. Αντιλαμβανόμαστε πιο ουσιαστικά τις αλλαγές που συμβαίνουν γύρω μας και δημιουργήσουμε όχι μόνο σε εθνικό, αλλά σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο τις συνθήκες για την έκφραση των σύγχρονων κινημάτων.

Η Ν. ΠΑ.ΣΟ.Κ. διακηρύσσει και πραγματώνει προοδευτικές κινήσεις. Δε θεωρούμε τίποτα στατικό, και αλλάζουμε μέσα από τον διάλογο, τη σύνθεση και τη συναπόφαση. Επιδιώκουμε να μας διακρίνει η δημιουργική αμφισβήτηση και να μην εγκλωβιζόμαστε σε νόρμες και κατεστημένες λογικές ή ιεραρχίες.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν το νέο πλαίσιο δράσης της Ν. ΠΑ.ΣΟ.Κ. που έχει αφετηρία το 7ο Συνέδριο του Κινήματος.

Στη πορεία προς αυτό το Συνέδριο σταθμός το Εθνικό Συμβούλιο της Ν. ΠΑ.ΣΟ.Κ. αναδεικνύει μια σειρά καίριων ζητημάτων για τη χώρας και το λαό μας. Η εκπαίδευση ο σημαντικότερος πυλώνας για την διαμόρφωση της κοινωνίας μας, και βασικός μοχλός για την αναπτυξιακή πορεία της χώρας, βρίσκεται στη πρώτη γραμμή των προτεραιοτήτων μας.

Η εκπαιδευτική πολιτική, η οποία πρέπει να συμβάλει αποφασιστικά στην άμβλυνση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων και να διακρίνεται για την ισότητα ευκαιριών, είναι βασικό πεδίο αντιπαράθεσης με το νεοφιλελεύθερο κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο της αγοράς.

Η Παιδεία των ανοιχτών οριζόντων με ευρωκεντρική διάσταση, με ισχυρή δημόσια χρηματοδότηση, με τον δημοκρατικό έλεγχο, μέσα από τη συνδιοίκηση και τη κοινωνική λογοδοσία, μέσα από την αντικειμενική ακαδημαϊκή αξιολόγηση, και εποπτικό έλεγχο των κρατικών αρχών, αποτελούν πρώτες προτεραιότητα για μας.

Έτσι, η Νεολαία ΠΑ.ΣΟ.Κ. θέλοντας να συμβάλει με προτάσεις και ιδέες, τόσο στον εσωκομματικό, όσο και στον εθνικό διάλογο για την παιδεία, έστω και όπως επιχειρείται, πραγματοποιεί ημερίδα με θέμα:

«Ευρωπαϊκός Χώρος Ανώτατης Παιδείας & Έρευνας.

Η σύγχρονη κεντροαριστερή πρόταση για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.»

Η ημερίδα πρόκειται να πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου, στις 19:30 στην αίθουσα «ΑΡΙΑΔΝΗ-ΚΕΛΑΡΙ» του ξενοδοχείου ‘ASTORIA CAPSIS (β’ ημιώροφος).

Εισηγητές στην εκδήλωση θα είναι:

· Αλευράς Νάσος, Αναπληρωτής συντονιστής Διαρκούς Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑ.ΣΟ.Κ., Βουλευτής Α’ Αθήνας.

· Μαρκόπουλος Θεόδωρος, Καθηγητής Τμήματος Μηχανικών Ορυκτών Πόρων Πολυτεχνείου Κρήτης

· Παπαδάκης Νίκος, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Επισκέπτης Καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης.

· Ζαχαρόπουλος Βασίλης, Καθηγητής, Προϊστάμενος Τμήματος Πληροφορικής & Πολυμέσων Τ.Ε.Ι. Κρήτης. Συντονιστής Ν. Λασιθίου του Ινστιτούτου Πολιτικής Επιμόρφωσης του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

· Λουζιώτης Βασίλης, Π.Α.Σ.Κ. Καθηγητών Μέσης Εκπαίδευσης, μέλος Δ.Σ. Ο.Λ.Μ.Ε.

Την συζήτηση θα συντονίσει ο δημοσιογράφος του ΚΡΗΤΗ TV, Κώνστας Χρήστος. Θα ακολουθήσουν τοποθετήσεις των Γραμματέων Α.Ε.Ι. & Τ.Ε.Ι. των οργανώσεων Σπουδάζουσας της Κρήτης.

Καλούμε όλη την εκπαιδευτική κοινότητα της Κρήτης να συμβάλει με τη παρουσία και τις προτάσεις της στο διάλογο που ανοίγουμε.

Η ημερίδα γίνεται σε επίπεδο Κρήτης, υπό την αιγίδα του Εθνικού Συμβουλίου της Νεολαίας ΠΑ.ΣΟ.Κ., με τη συνεργασία όλων των οργανώσεων της Σπουδάζουσας Νεολαίας ΠΑ.ΣΟ.Κ. στο Πολυτεχνείο, στο Πανεπιστήμιο και το Τ.Ε.Ι. Κρήτης.

Η απόφαση για τη πραγματοποίηση της λήφθηκε με βάση το πανελλαδικό σχεδιασμό δράσεων της Ν. ΠΑ.ΣΟ.Κ. και η οργάνωση της θεμελιώθηκε σε συνάντηση των 4 μελών του Εθνικού Συμβουλίου από τη Κρήτη και όλων των Γραφείων Πόλης (ΑΕΙ-ΤΕΙ) της Ν. ΠΑ.ΣΟ.Κ. στις 6 Φεβρουαρίου στα Χανιά.

Για το

Εθνικό Συμβούλιο της Ν. ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Μανώλης Πετράκης (Νομαρχιακή Οργάνωση Ηρακλείου – Δ.Ο. Ηρακλείου)

Νίκος Γιαλιτάκης (Νομαρχιακή Οργάνωση Ηρακλείου – Ο.Χ.Δ. Τ.Ε.Ι.)

Αποστόλης Μπόκας (Νομαρχιακή Οργάνωση Ρεθύμνου – Ο.Χ.Δ. Α.Ε.Ι.)

Γιάννης Λεονταράκης (Νομαρχιακή Οργάνωση Ηρακλείου – Ο.Χ.Δ. Τ.Ε.Ι.)