Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2005

Ένας χρόνος ΝΔ. Ένας χρόνος χωρίς στίγμα και σχέδιο

Πρόσφατα συμπληρώθηκε ένας χρόνος Κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας. Ένας χρόνος που σημαδεύτηκε από την ολυμπιακή προετοιμασία και την επιτυχημένη εκτέλεση των ολυμπιακών αγώνων, αλλά και αποκάλυψε με τον πιο τραγικό τρόπο το πόσο ανέτοιμη ήταν η Νέα Δημοκρατία για να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας.

Μια Κυβέρνηση το πρώτο χρόνο της θητείας της δε κρίνεται τόσο από την αποτελεσματικότητα της και την επίλυση προβλημάτων που επιτυγχάνει, αλλά κυρίως από το στίγμα που δίνουν οι πρωτοβουλίες της και τις κατευθύνσεις που διαφαίνεται ότι χαράσσει σε κρίσιμα θέματα, για το μέλλον της χώρας.

Έτσι, ξεκινώντας από την αιχμή του δόρατος του αντιπολιτευτικού λόγου της Νέας Δημοκρατίας, δηλαδή την καταπολέμηση της ακρίβειας, τη βελτίωση της καθημερινότητας, την πάταξη της διαφθοράς, την ενίσχυση της διαφάνειας και τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης, ο απολογισμός είναι απογοητευτικός.

Η ακρίβεια όχι μόνο δεν περιορίζεται, αλλά ουσιαστικά και τα μέτρα που έλαβε η προηγούμενη κυβέρνηση έχουν ατονήσει απελπιστικά. Οι τιμές πλέον δεν αυξάνονται από κερδοσκόπους ή από επιτήδειους. Αυξάνονται επίσημα με την ανοχή της Κυβέρνησης και με ρυθμούς μεγαλύτερους από τον πληθωρισμό ή την αύξηση των μισθών. Χαρακτηριστικότερη είναι η αύξηση των τιμών των φαρμάκων με τη μέθοδο της απόσυρσης παλιών σκευασμάτων και της εισόδου στην αγορά νέων και ακριβότερων. Μια διαδικασία που πλήττει ιδιαίτερα τους συνταξιούχους και τους χαμηλόμισθους, επιδεινώνει τα οικονομικά των ασφαλιστικών ταμείων και μειώνει το μερίδιο αγοράς της εγχώριας φαρμακοβιομηχανίας με επακόλουθη τη μείωση των θέσεων εργασίας.

Η δημόσια διοίκηση δεν έχει ενισχυθεί με κανένα πόρο και κανένας νέος θεσμός ή πρόγραμμα εκσυγχρονισμού (ευρωπαϊκό ή μη) δεν έχει ανακοινωθεί. Ακόμα και τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών πνέουν τα λοίσθια. Αντίθετα ρυθμίστηκαν άμεσα, μέσα στο καλοκαίρι, τα ζητήματα για την τακτοποίηση των «γαλάζιας απόχρωσης» …υποψηφίων προϊσταμένων και διευθυντών.

Στη συνέχεια ακολούθησε η ρύθμιση στο Νόμο περί Α.Σ.Ε.Π. για την προσωπική συνέντευξη. Μια ρύθμιση η οποία καθιστά διαβλητό το συγκεκριμένο διαγωνισμό, αφού καταργείται η ανωνυμία των υποψηφίων και η βαθμολόγηση γίνεται «εξ όψεως» και σίγουρα… με βάση το σημείωμα της τοπικής Ν.Ο.Δ.Ε. ή του ισχυρού βουλευτή-κομματάρχη-υπουργού κλπ. Ουσιαστικά σύντομα θα οργιάσει ο κομματικός μηχανισμός για την «τακτοποίηση» της «γαλάζιας γενιάς».

Η καθημερινότητα δεν έχει βελτιωθεί καθόλου. Κανένα έργο υποδομής για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών, δεν έχει ξεκινήσει. Κανένας νέος θεσμός που να συμβάλλει προς τη παραπάνω κατεύθυνση δεν έχει ανακοινωθεί, ούτε κάποιος παλιότερος (Βοήθεια στο Σπίτι, Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, Ολοήμερα Δημοτικά ή Γυμνάσια, κλπ) έχει ενισχυθεί ή βελτιωθεί,

Τέλος «ο πόλεμος κατά της διαφθοράς» περιορίστηκε σε ένα πολύπλοκο, μάλλον ανεφάρμοστο και αντι-επενδυτικό νομοθετικό πλαίσιο. Ένα πλαίσιο με στόχο την διευθέτηση ‘εν ιδεί’ τροχονόμου, του ιδιοκτησιακού καθεστώτος μέσων ενημέρωσης και κατασκευαστικών εταιρειών, προς όφελος της Κυβέρνησης και ενδεχομένως γαλάζιων επιχειρηματιών. Μια ρύθμιση που φυσικά δεν είχε σκοπό την απεξάρτηση της πολιτικής εξουσίας από τα μεγάλα συμφέροντα και τη διασφάλιση του δημοσίου χρήματος.

Ταυτόχρονα η υπόλοιπη δημόσια διοίκηση εξακολουθεί να οδηγεί τους πολίτες στην απόγνωση και ορισμένους λειτουργούς της στο παράνομο πλουτισμό, είτε κάνοντας τα στραβά μάτια, είτε διευθετώντας γρήγορα τις υποθέσεις των πολιτών (γρηγορόσημο).

Όπου τα φαινόμενα διαφθοράς είναι παραπάνω από φανερά και έχουν τη μορφή κυκλώματος (εκκλησία, δικαιοσύνη) η Κυβέρνηση, ως νέος «Πόντιος Πιλάτος» εφηύρε την μαγική συνταγή της «αυτοκάθαρσης». Μια ρήση που εξασφαλίζει την μη διαταραχή των εσωτερικών συσχετισμών σε αυτούς τους χώρους και διατηρεί την Κυβέρνηση στη γραμμή της μη άσκησης πολιτικής, όπως σε πολλά θέματα.

Η μη άσκηση πολιτικής, η εξ αποστάσεως παρακολούθηση των εξελίξεων, η ηθικολογία και οι συνεχείς διακηρύξεις για …κάτι που θα έρθει αργότερα, αποτελεί τη μοναδική γραμμή που εφαρμόζει με συνέπεια η Κυβέρνηση. Βασικό γνώρισμα όλων των δράσεων είναι η άσκηση πολιτικής με εξαρτημένα αντανακλαστικά, δηλαδή με βάση την επικαιρότητα των δελτίων ειδήσεων. Θέτουν τα Μ.Μ.Ε. θέμα μετεγγραφών ψηφίζεται νόμος, θέτουν θέμα λειτουργίας της δικαιοσύνης, ψηφίζεται νόμος.

Αντίθετα, όπου το ζήτημα είναι καυτό η Κυβέρνηση παρακολουθεί. Τίθεται θέμα εκκλησίας «η Κυβέρνηση παρακολουθεί». Τίθεται θέμα εθνικό που αφορά τη Κύπρο ή το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, «η Κυβέρνηση παρακολουθεί με προσοχή και ο Πρωθυπουργός ενημερώνεται…». Τίθεται θέμα ΛΑΦΚΑ, η Κυβέρνηση μηχανορραφεί εις βάρος των συνταξιούχων, ο Κώστας Καραμανλής έχει άγνοια… και όταν ενημερώνεται,… απλώς εξαγγέλλει ρύθμιση με ορίζοντα τετραετίας…

Αλήθεια, έχει κατανοήσει ο Πρωθυπουργός ότι ήδη αυτός και η Νέα Δημοκρατία κυβερνά τη χώρα και ότι δεν βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο; Έχει κατανοήσει η Νέα Δημοκρατία ότι δε βρισκόμαστε σε περίοδο που μπορεί να ασκεί κριτική σε άλλους και να εξαγγέλλει συνεχώς μέτρα για το απώτερο μέλλον, όντας η ίδια στην εξουσία;

Η αξιοπιστία της Κυβέρνησης έχει τρωθεί τόσο από τη μη εφαρμογή των εξαγγελιών της, όσο και από την συνεχή αναζήτηση για το ποια (;) είναι η πραγματική οικονομική κατάσταση της χώρας. Έτσι, άλλα ήξερε η Νέα Δημοκρατία το Μάρτιο του 2004, άλλα διαπίστωσε και εξήγγειλε στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, άλλα περιγράφηκαν από το Κρατικό Προϋπολογισμό τον Δεκέμβριο και άλλα λιγότερα, πολύ λιγότερα, ανακοινώθηκαν από τον Πρωθυπουργό, για την ενίσχυση του εισοδήματος των συνταξιούχων και των χαμηλόμισθων. Έτσι οι ρυθμίσεις φθίνουν όλο και περισσότερο, ως προς την αποτελεσματική αντιμετώπιση της φτώχιας και της ακρίβειας, αλλά και να απέχουν πολύ από τις προεκλογικές δεσμεύσεις της Νέας Δημοκρατίας.

Αλλά ακόμα και στα ζητήματα τα οποία αποτελούν επιλογές αιχμής, όπως η αναπτυξιακή πολιτική, και οι περί του θέματος αναπτυξιακοί νόμοι, μειώσεις εισφορών, κλπ η αξιοποίηση της ολυμπιακής κληρονομιάς, η καταπολέμηση της ανεργίας και η κοινωνική πολιτική η Κυβέρνηση έδειξε το πραγματικό πρόσωπο της.

Μειώθηκε κατά 5% η φορολογική εισφορά στις επιχειρήσεις για τα εισοδήματα που θα προκύψουν το 2005 (δηλαδή θα φορολογηθούν το 2006), αλλά αντίθετα αυξήθηκαν άμεσα από 1-1-2005 οι μηνιαίες κρατήσεις που πληρώνουν οι μισθωτοί κάθε μήνα στην εφορία. Ο αναπτυξιακός νόμος δίνει σοβαρά κίνητρα για νέες επενδύσεις, χωρίς όμως να διασφαλίζεται η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Ουσιαστικά δεν υπάρχει καμία πολιτική που να διασφαλίζει την αναπτυξιακή πορεία της χώρας και την ενίσχυση της απασχόλησης.

Δυστυχώς, η περίοδος που διανύουμε είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για τη χώρα. Πολλοί ήλπιζαν ότι η αναπτυξιακή πορεία των τελευταίων χρόνων, θα συνεχιζόταν, μέσα από τα μεγάλα έργα υποδομής, την αξιοποίηση του Γ’ Κ.Π.Σ. και την αξιοποίηση της μεταολυμπιακής κληρονομιάς. Η ισχυρή οικονομία και η αναβαθμισμένη αξιοπιστία της χώρας μας στη διεθνή πολιτική σκηνή, περιμέναμε ότι θα ήταν η βάση για ακόμα πιο ενεργό ρόλο της Ελλάδας σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

Οι σημαντικές παρεμβάσεις της Ελλάδας στο χώρο των Βαλκανίων και της Αν. Μεσογείου, η δυναμική συμμετοχή της χώρας μας στα κέντρα λήψης των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αναδείχτηκε από την πετυχημένη ελληνική προεδρία, και η συμμετοχή στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε., αναμέναμε ότι θα είχαν καταλυτική επιρροή στην λύση του Κυπριακού. Παράλληλα οι περισσότεροι εκτιμούσαν ότι η Ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, υπό το πρίσμα των παραπάνω γεγονότων, θα οδηγούσε στην οριστική επίλυση των πραγματικών ελληνοτουρκικών διαφορών.

Ένα χρόνο μετά την 7η Μαρτίου 2004 ανατράπηκαν όλες αυτές τις προσδοκίες του ελληνικού λαού. Η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας όχι μόνο δεν αξιοποίησε την «προίκα» των Κυβερνήσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αλλά απεμπόλησε όλα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας.

Υποβάθμισε το Κυπριακό ζήτημα, κρατώντας θέση ουδέτερου παρατηρητή, απέχοντας ουσιαστικά από τη διαπραγμάτευση.

Απεμπόλησε κάθε παρεμβατικό ρόλο της Ελλάδας, στη πορεία της Τουρκίας προς την Ευρώπη, δίνοντας εξαρχής «θετική» ψήφο, χωρίς να λάβει την ελάχιστη εγγύηση για υλοποίηση των δεσμεύσεων του Ελσίνκι.

Εκμηδένισε την αξιοπιστία της χώρας στην Ε.Ε., καθιστώντας την όχι μόνο αφερέγγυα, αλλά και υπό κηδεμονία με την περιβόητη απογραφή.

Τέλος ακόμα και η μικρή ελπίδα των πολιτών που στήριξαν τη Νέα Δημοκρατία για μια άλλη διακυβέρνηση, χωρίς «αλαζονεία» και έπαρση, με προσήλωση στην «ηθική» και την «διαφάνεια» και με ύφος «σεμνό και ταπεινό» διαψεύστηκε οικτρά.

Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, θιασώτης του νέου ύφους, αντιμετώπισε τους αγρότες με ύφος «αυτοκράτορα προς υποτακτικούς», παραπέμποντας τους σε μια αναξιόπιστη ηγεσία του Υπουργείου Γεωργίας, και απαξιώντας να έχει συνάντηση μαζί τους. Φυσικά κανείς δεν είναι δυνατό να ξεχάσει τις «θεατρικές παραστάσεις» του Κώστα Καραμανλή, μιλώντας προς τους αγρότες κατά τη προεκλογική περίοδο ή ακόμα και τη «μαχητική συμμετοχή» Βουλευτών, Νομαρχών και πολιτευτών της Νέας Δημοκρατίας σε ‘μπλόκα’ αγροτών σε παλιότερες χρονικές περιόδους.

Η πολιτική του Υπουργείου Υγείας υποβαθμίστηκε στη «μάχη του ράντζου», αδιαφορώντας για την υψηλού επιπέδου παροχή υπηρεσιών υγείας που σχετίζεται με τις υποδομές, τη σωστή αξιοποίηση των πόρων και τη αποτελεσματική οργάνωση και διοίκηση των νοσοκομείων. Μεγάλα νοσοκομεία παραμένουν κλειστά χάρη «εργολαβικών διευθετήσεων», τα Π.Ε.Σ.Υ. εξελίχτηκαν σε μηχανισμό εξυπηρέτησης υμετέρων και η διαχείριση των εφημέριων κατέστη πολιτικό ζήτημα αιχμής.

Η τραγική ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας μέσα σε λίγο διάστημα επέφερε την πλήρη κομματικοποίηση στο στράτευμα, την αποδιοργάνωση και την αποστελέχωση κρίσιμων μονάδων, με έκδηλο παράδειγμα τη τραγική πτώση του ‘Σινούκ’, και το ‘αλαλούμ’ που επικράτησε. Προσέγγισε αλλοπρόσαλλα τα θέματα των εξοπλισμών, εκθέτοντας τη χώρα μας, στη Ρωσία και οδήγησε σε σκανδαλώδεις ανασκευές και διαψεύσεις. Έφτασε ακόμα και στο να ορίσει προσωπικό στρατονόμο για κάθε δημοσιογράφο που καλύπτει το ρεπορτάζ του Υ.ΕΘ.Α.

Το Υπουργείο Παιδείας, αφού στην αρχή της χρονιάς αποδιοργάνωσε και κομματικοποίησε τις Διοικήσεις της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης συνεχίζει την «πολιτική αιχμής για την αναβάθμισης της Παιδείας» με περικοπή των πιστώσεων για θέσεις καθηγητών και των τακτικών προϋπολογισμών των Ανώτατων Ιδρυμάτων. Παράλληλα η πορεία του Γ’ Κ.Π.Σ. ουσιαστικά έχει βαλτώσει, στερώντας την εκπαίδευση από σημαντικούς αναπτυξιακούς πόρους.

Φέτος υπήρξε μείωση των δαπανών για τη Παιδεία στο 3,58% του Α.Ε.Π., έναντι 3,61% πέρυσι, αυτό μεταφράζεται στο 7% του συνολικού προϋπολογισμού για τη Παιδεία. Συνυπολογίζοντας το πληθωρισμό η πραγματική μείωση φτάνει το 10%. Τόση ακριβώς ήταν η μείωση της πραγματικής χρηματοδότησης των ΑΕΙ.

Επιπρόσθετα, παρουσία του Πρωθυπουργού, τέθηκε η αρχή ενός «Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία», αφού όμως πρώτα κατατέθηκε το πρώτο κανονιστικό νομοσχέδιο για τον Ο.Α.Τ.Α.Π., όπου αφήνει παράθυρο για «άλλης μορφής ανώτατα ιδρύματα στην Ελλάδα». Διαμηνύθηκε προς όλους, ότι θα εφαρμοστεί η πολιτική της Κυβέρνησης, καθορίστηκε ότι το επόμενο σχέδιο νόμου θα αφορά τα Ινστιτούτα Δια Βίου Εκπαίδευσης (Ι.Δ.Β.Ε.) και αναδείχτηκαν ως σημαντικά μέτρα πολιτικής δευτερεύοντα ή ανούσια θέματα, όπως την αντιμετώπιση του «φαινομένου των αιώνιων φοιτητών».

Ένα θέμα που δεν έχει στόχο να αντιμετωπίσει τα κακώς κείμενα στην Ανώτατη Εκπαίδευση, αλλά απλώς να αυξήσει στατιστικά την ετήσια δαπάνη του Κράτους ανά φοιτητή. Ουσιαστικά πρόκειται για άλλη μια αλχημεία ανάλογη με τη μεταφορά των αμυντικών δαπανών, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Μια κίνηση που μακροπρόθεσμα δημιουργεί περισσότερα προβλήματα στους φοιτητές και τις οικογένειες τους.

Αποκορύφωμα, που αποδεικνύει την αλλοπρόσαλλη πολιτική της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και την ασυνεννοησία της Κυβέρνησης, είναι οι προ καιρού «κόντρες» των Υπουργών και η «διαφοροποιημένη» ανάγνωση κυβερνητικών στοιχείων από υπουργείο σε υπουργείο. Είναι προφανές ότι τα παραπάνω είναι μερικά παραδείγματα που αναδεικνύουν τις μεγάλες αδυναμίες της Νέας Δημοκρατίας. Κάθε μέρα αποδεικνύεται όλο και περισσότερο ότι η χώρα μας βρίσκεται σε κρίση, ο λαός μας αισθάνεται ανασφαλής και η οικονομία μας εισέρχεται σε περίοδο ύφεσης.

Υπό το πρίσμα αυτό οι ευθύνες του ΠΑ.ΣΟ.Κ. είναι ιδιαίτερα σημαντικές, αφού πρέπει σύντομα να ανακτήσει την αξιοπιστία του στο λαό, να ανασυστήσει τους δεσμούς του με δυναμικές παραγωγικές ομάδες και επιστημονικούς και αναπτυξιακούς φορείς και να αποκαταστήσει την επικοινωνία του με τις κοινωνικές τάξεις που αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού.

Πρέπει άμεσα να αναδειχθούν νέες προτάσεις. Να υπάρξει δυναμική ανανέωση όχι μόνο του στελεχιακού δυναμικού, αλλά κυρίως ανανέωση των ιδεών μας, ριζοσπαστικοποίηση της δράσης μας και εκσυγχρονισμός των κομματικών δομών συμμετοχής και διαλόγου. Αυτό περιμένει από εμάς η ελληνική νεολαία, αλλά και ολόκληρη η κοινωνία.

Αφετηρία των πολιτικών πρωτοβουλιών μας, μετά το 7ο Συνέδριο του ΠΑ.ΣΟ.Κ., πρέπει να είναι η αναγέννηση της ελπίδας. Επιβάλλεται να είναι η αναθέρμανση του οράματος για μια διαφορετική, δημοκρατική, δίκαιη, πλουραλιστική και ανεκτική κοινωνία. Στόχος μας πρέπει να είναι η ενίσχυση της συμμετοχής. Η αναβάθμιση της επιρροής των πολιτών και της κοινωνίας στα κόμματα και στα κέντρα λήψης των αποφάσεων.

Οι πρωτοβουλίες μας δεν πρέπει να είναι τετριμμένες ή δημοσιοσχετίστηκες, πρέπει να συνεχείς, μαζικές και ουσιαστικές. Να μην περιορίζονται στον διακηρυκτικό ή επετειακό λόγο, αλλά να μετουσιώνονται σε πράξη στη καθημερινή μας δράση στη γειτονιά, το σχολείο, το χώρο δουλειάς, το πανεπιστήμιο.

Οφείλουμε να αφουγκραστούμε τα σύγχρονα αιτήματα των πολιτών και να συνθέσουμε με δημιουργικό τρόπο το όραμα για το αύριο. Πρέπει να αντιληφθούμε τις αλλαγές που συμβαίνουν γύρω μας και να δημιουργήσουμε όχι μόνο σε εθνικό, αλλά σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο τις συνθήκες για την έκφραση των σύγχρονων κινημάτων.

Είναι σαφές ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δε πρέπει να θεωρεί τίποτα στατικό, αλλά επιβάλλεται να αλλάζουμε μέσα από τον διάλογο, τη σύνθεση και τη συναπόφαση. Είναι απόλυτα αναγκαίο να μας διακρίνει η δημιουργική αμφισβήτηση και να σταματήσουμε να εγκλωβιζόμαστε σε νόρμες και κατεστημένες λογικές ή ιεραρχίες.