Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2006

Νέοι Κρήτης για τον Σοσιαλισμό & τα Κοινωνικά Κινήματα

Τα τελευταία χρόνια διεξάγεται στην χώρα μας, μια συνεχής συζήτηση γύρω από την αξιοπιστία της πολιτικής και των πολιτικών. Διατυπώνεται πολλάκις η αντίληψη ότι δεν είναι καν χρήσιμοι ή ότι ορισμένοι είναι ακόμα και επικίνδυνοι. Σε ορισμένες περιπτώσεις η έκφραση της κοινή γνώμης, αλλά και η δημόσια συζήτηση οδηγείται ακόμα και σε απαξιωτικές διατυπώσεις για ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, ακόμα και την ίδια την δημοκρατία μας.

Η κοινή ρήση των πολιτών είναι ότι «όλοι το ίδιο είναι». Μια ρήση η οποία μπορεί να χαρακτηρίζεται και να είναι ισοπεδωτική, αλλά στην ουσία αποδίδει δυο ιδιαίτερα πολιτικά μηνύματα.

Το πρώτο αφορά την δημόσια πεποίθηση ότι οι πολιτικοί ενδιαφέρονται μόνο για τον εαυτό τους, την επανεκλογή τους, την καριέρα τους ή στην καλύτερη περίπτωση για το κόμμα τους και λιγότερο για το δημόσιο συμφέρον, τη χώρα και το λαό μας. Στα πλαίσια αυτά θεωρείται σχεδόν σίγουρο ότι για την επίτευξη των παραπάνω στόχων ακολουθούνται ακόμα και ύποπτες ηθικά μέθοδοι και «παράνομες» δοσοληψίες. Διαδικασίες που ως επί το πλείστον περιλαμβάνουν σκόπιμη κατεύθυνση στο δημόσιο χρήμα, διαμόρφωση ευνοϊκών ρυθμίσεων και συγκάλυψη παράνομων ενεργειών. Έτσι η συζήτηση για «οσμή σκανδάλων» είναι τις περισσότερες φορές κάτι περισσότερο από βεβαιότητα σκανδάλων για τον απλό πολίτη.

Το δεύτερο πολιτικό μήνυμα είναι ότι οι πολίτες αντιμετωπίζουν τουλάχιστο με δυσπιστία τον πολιτικό λόγο των κομμάτων, αφού από τη μια δεν διακρίνουν ουσιαστικές πολιτικές διαφορές και από την άλλη έχουν την αίσθηση ότι εν γένει είναι αναποτελεσματικά.

Συνεπώς η κρατούσα γνώμη για την λειτουργία των κομμάτων και τη συμπεριφορά των πολιτικών οδηγεί σταδιακά στην γενικευμένη αδιαφορία και στην αντίληψη ότι η μοναδική αξιοποίηση τους είναι η προσωπική διευκόλυνση, δηλαδή το γνωστό «ρουσφέτι».

Όλη η παραπάνω ατμόσφαιρα όπως είναι αναμενόμενο επηρεάζει καταλυτικά τους νέους. Οι νέοι άνθρωποι προσλαμβάνουν τη συνολική κριτική των πολιτών ως κάτι δεδομένο και ταυτόχρονα αποκτούν την αίσθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Αυτό το κλίμα της παγιοποίησης των παραπάνω διαπιστώσεων εντείνεται ακόμα περισσότερο και από τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ.

Τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ ασκούν μια υπέρμετρη επιρροή προς αυτή την κατεύθυνση, αφού αξιοποιούν την εικόνα η οποία δρα καταλυτικά, αλλά και ανταγωνίζονται άκριτα σε επίπεδο εντυπώσεων και γρήγορης παραγωγής-κατανάλωσης ειδήσεων, χωρίς να ενδιαφέρονται για εμβάθυνση, ανάλυση ή ακόμα περισσότερων απόδοση δικαίου.

Τα ΜΜΕ ακροβατούν μεταξύ του «όλοι το ίδιο είναι» αξιοποιώντας διάφορες πράξεις ή παραλείψεις πολιτικών και δημοσιών υπηρεσιών, και μεταξύ του «γιατί δεν τα βρίσκετε… για την υγεία, τη παιδεία την εξωτερική πολιτική». Έτσι μέσα από τον συμψηφισμό και την ομοιόμορφη αντιμετώπιση των πάντων, μέσα από την πίεση για διαμόρφωση «εθνικών συναινέσεων» οδηγούν κατ’ ουσία στην ακύρωση των ιδεολογιών και της πολιτικής.

Οι ιδεολογίες και η πολιτική στηρίζονται κατ’ έξοχή στην διαφορετικότητα κομμάτων και προσώπων και την επιλογή από τους πολίτες των άξιων και ικανότερων. Μπορούν αυτά να γίνουν με τη σημερινή κατάσταση? Προφανώς όχι.

Όλη η παραπάνω κατάσταση, στην ουσία, ακόμα και αν δεν υφίσταται απόλυτα ενισχύει τις δυνάμεις και τα πρόσωπα που βολεύονται με αυτή και θέλουν να την επιβάλουν, δηλαδή οι ισχυροί του χρήματος, που θέλουν την πολιτική εξουσία ως «βιτρίνα εκπροσώπησης του λαού» και τους πολιτικούς ως υποχείριο των συμφερόντων τους.

Ευτυχώς όμως αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να διαιωνίζεται. Τα καθημερινά προβλήματα των πολιτών, τα οικονομικά αδιέξοδα της «κοινωνίας της αγοράς», η διευρυμένη αίσθηση ανασφάλειας, η υποβάθμιση της ποιότητας ζωής, οδηγούν τους πολίτες σε μια νέα αναζήτηση.

Οι νέοι άνθρωποι κατά περιόδους αναζητούν το διαφορετικό, συντάσσονται με κάθε τι αιρετικό, προωθούν κάθε τι ανατρεπτικό και αγωνίζονται με ορμή και πάθος για ένα καλύτερο μέλλον. Πολλές φορές το κάνουν χωρίς στρατηγική, καμιά φορά με μεγάλο κόστος, άλλοτε πέφτοντας θύματα κομματικών «γραμμών» ή συμφερόντων.

Σε κάθε περίπτωση όμως καταφέρνουν να επιφέρουν αλλαγές, να ταρακουνήσουν τα νερά και πολλές φορές να επαναπροσδιορίσουν το περιεχόμενο της πολιτικής και την σχέση της με τους πολίτες. Το νεολαιίστικο κίνημα έχει καταγράψει ιστορικά λαμπρές σελίδες τόσο τον ελληνικό όσο και στον διεθνή χώρο.

Οι αγώνες για την δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία, την κοινωνική δικαιοσύνη, τα εργασιακές κατακτήσεις, την ειρήνη, την αποπυρηνικοποίηση, την προστασία περιβάλλοντος, την δημόσια παιδεία έχουν γίνει διαχρονικά από νέους. Από ανθρώπους προοδευτικούς που δεν τους εκφράζει αυτό που ζουν και θέλουν κάτι καλύτερο. Από γενιές που δεν ενδιαφέρονται για την «ένταξη» και την «προοπτική» τους, αλλά για τη συνολική αναμόρφωση της κοινωνίας και του κόσμου.

Σήμερα βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο. Σε μια περίοδο όπου οι ιδεολογίες και τα οράματα που οδήγησαν στην άνθηση όλων των παραπάνω κινημάτων φαίνεται να έχουν ξεφτίσει. Έχουν ξεφτίσει επειδή κάποιες πολιτικές δυνάμεις είτε διαχειρίστηκαν αναποτελεσματικά την ιδεολογική τους απήχηση, είτε επειδή άλλες δυνάμεις έπεισαν για μια άλλη προοπτική. Μια προοπτική που έθεσε σε πρώτο πλάνο την προσωπική καταξίωση, την ευμάρεια και τον υλισμό.

Την τελευταία εικοσαετία βιώνουμε την επίθεση του «φιλελευθερισμού» σε όλες τις κατακτήσεις των πολιτών. Η πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» απελευθέρωσε τις δυνάμεις του εμπορίου και του κέρδους και κατέστησε ως μοναδικό κριτήριο προόδου τους οικονομικούς δείκτες και τους ρυθμούς αύξησης κεφαλαίων και παραγωγικότητας.

Έτσι η ποιότητα ζωής, το περιβάλλον, η αίσθηση εργασιακής και κοινωνικής ασφάλειας, η οικογενειακή γαλήνη, η ισότητα ευκαιριών και δικαιωμάτων βρέθηκαν σε δεύτερη μοίρα. Σήμερα όμως φτάνουμε σε ένα αδιέξοδο. Οι λαοί όλου του κόσμου ξεσηκώνονται διεκδικώντας τα αυτονόητα. Ένα παγκόσμιο κίνημα ενάντια το πόλεμο και ενάντια στα «κέρδη των λίγων» βρίσκεται σε εξέλιξη στην Λατινική Αμερική, την Ευρώπη και την Ασία.

Στην χώρα μας πολιτικιά κόμματα με προοδευτική παράδοση και ιστορία αγώνων, όπως το ΠΑ.ΣΟ.Κ., βρίσκονται μπροστά σε ένα σημείο καμπής. Σημείο το οποίο μπορεί να αποδειχτεί καταλυτικό είτε για την επιβίωση τους, είτε για την μετεξέλιξη τους.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. οφείλει να καταφέρει να εκφράσει τη νέα αριστερή και προοδευτική ιδεολογία. Οφείλει να δώσει αναδείξει μια νέα πολιτική η οποία θα είναι σύγχρονη και θα στηρίζεται στις αρχέγονες ιδρυτικές του αξίες. Οφείλει να δώσει σάρκα και οστά σε ένα πρόγραμμα το οποίο θα αξιοποιεί τη πρόοδο της τεχνολογίας και της επιστήμης στη κατεύθυνση της δίκαιης κοινωνίας με ανθρωποκεντρική θεώρηση.

Ο Πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ., ο Γιώργος Α. Παπανδρέου, από την αρχή της ανάληψης της Προεδρίας του έδειξε να αντιλαμβάνεται τα ζητήματα των καιρών. Έδειξε ότι έχει αίσθηση των εξελίξεων που κυοφορούνται σε ολόκληρο τον πλανήτη. Έδωσε ένα διαφορετικό ύφος και χρώμα σε ένα λαϊκό Κίνημα που είχε μετεξελιχτεί σε κόμμα εξουσίας. Ανέδειξε νέα ζητήματα που ήταν αδύνατο να αντιληφθεί ένα κομματικός μηχανισμός που είχε ταυτιστεί με το κράτος και συνεχίζει να εμφανίζει σύνδρομα κυβερνητισμού.

Ταυτόχρονα αναζήτησε το νέο με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο στέλνοντας πολλαπλά μηνύματα τόσο στο εσωτερικό του ΠΑ.ΣΟ.Κ., όσο και σε ολόκληρη την κοινωνία. Κάλεσε τους νέους να αγκαλιάσουν την πολιτική και να συμβάλουν με μια νέα μορφή παρέμβασης στα κοινά, την συμμετοχική δημοκρατία. Να ενταχθούν σε αυτοσχέδιες πρωτοβουλίες και εθελοντικές δράσεις. Να συμμετάσχουν στη κομματική λειτουργία ως αυτόνομοι πολίτες πέρα από στοιχίσεις και μηχανισμούς.

Πρόσφατα και μετά την διάλυση-ανασυγκρότηση της κομματικής νεολαίας, που ως επί το πλείστον είχε γαλουχηθεί σε αυτό το κλίμα και βρισκόταν σε απόσταση από τους νέους ανθρώπους, κάλεσε τους νέους να αυτό-οργανωθούν τόσο μέσα στο κόμμα, όσο και μέσα από άλλους κοινωνικούς θεσμούς.

Φίλες και φίλοι, σήμερα έχετε μπροστά σας μια ομάδα μελών του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που δονούνται από τις Αρχές της 3ης Σεπτέμβρη, που ασπάζονται την δημιουργία-λειτουργία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. με ένα διαφορετικό τρόπο, που αντιλαμβάνονται την εξουσία ως μέσο και όχι ως αυτό σκοπό. Νέους που βλέπουν τις εκλογικές διαδικασίες ως ένα σταθμό και όχι ως μοναδικό στοιχείο της συμμετοχής των πολιτών, που αντιλαμβάνονται την πολιτική αντιπαράθεση όχι ως «κοκορομαχία» ή διαδικασία συμψηφισμού, αλλά ως ουσιαστική ανάδειξη διαφορετικών προτάσεων.

Όλοι εμείς, προερχόμενοι και από τους τέσσερις νομού της Κρήτης, δεν επιχειρούμε να συγκροτήσουμε μια ακόμα «εσωκομματική φράξια». Δεν επιχειρούμε να αυτοπροβληθούμε ή να καρπωθούμε οποιαδήποτε οφέλη.

Επιχειρούμε να παροτρύνουμε τους νέους να ασχοληθούν με αυτό που στην ουσία είναι η πολιτική, μια διαρκής προσπάθεια για να υπηρετηθούν ιδανικά, να υλοποιηθούν υψηλοί στόχοι, να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες του λαού, ακόμα και πέρα από τα όρια της χώρας μας.

Θέλουμε να απευθύνουμε ένα κάλεσμα σε όλους τους νέους μαθητές, φοιτητές, εργαζόμενους, αγρότες, επιχειρηματίες να αντιληφθούν ότι η συνολική διεκδίκηση των πολιτών και ο αγώνας για την μετεξέλιξη της κοινωνίας, και μόνο μπορούν να δώσουν λύσεις στα προβλήματα τους.

Επιζητούμε να πείσουμε ότι υπάρχει και ο άλλος δρόμος, όπου η ενασχόληση με τα κοινά και τη λειτουργία των κομμάτων δεν ταυτίζεται με τον ωφελιμισμό, την συναλλαγή, το παρασκήνιο, την εξαπάτηση.

· Έτσι επειδή βάζουμε τις ιδέες σε πρώτο πλάνο.

· Επειδή πιστεύουμε ότι ο ρόλος της πολιτικής είναι να δίνει λύσεις.

· Επειδή πιστεύουμε ότι τα κόμματα είναι δεξαμενές σκέψεις και όχι μηχανισμοί «κουκιών».

· Επειδή αντιδρούμε σε κάθε νεοφιλελεύθερη, αγοραία και δεξιά «πανάκεια» για τη λύση όλων των προβλημάτων.

· Επειδή πιστεύουμε ότι τα οράματα της 3ης του Σεπτέμβρη είναι επίκαιρα και σύγχρονα.

· Επειδή πιστεύουμε ότι η γενιά μας είναι αυτή που καλείται από την εποχή, τα γεγονότα και τα προβλήματα να δώσει περιεχόμενο στο καινούργιο, το σύγχρονο, το διαφορετικό.

· Επειδή θέλουμε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. να αποκτήσει ένα σύγχρονο, αριστερό, προοδευτικό, διεθνιστικό και κοινωνικά δίκαιο προσανατολισμό, ο οποίος να εκφράζει την γενιά μας και να αποτελεί δέσμευση του προς το λαό της πατρίδας μας

Καλούμε όλους τους νέους που προβληματίζονται, που έχουν κάτι να προτείνουν, που αγωνιούν και θέλουν να αγωνιστούν, να συμμετάσχουν σε ένα κύκλο διαλόγου τον οποίο πρόκειται να ανοίξουμε την Κυριακή 10/12/2006, στο Ρέθυμνο.

Ένα κύκλο συζητήσεων πέρα και έξω από τα τοπικά κομματικά όργανα, που έτσι και αλλιώς είναι αναποτελεσματικά και δεν επιτελούν τον πολιτικό τους ρόλο. Πέρα και έξω από εγκυκλίους, ψηφοφορίες και γραφειοκρατικές προσεγγίσεις, που απλώς συντηρούν τη «μικρομεσαία κομματική νομενκλατούρα» και νομιμοποιούν την αδράνεια τους.

Ένα κύκλο διαλόγου που ενόψει του προγραμματικού συνεδρίου του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που θέλει να αναδείξει τις θέσεις και τις προτάσεις της νεολαίας της Κρήτης.

Η συμμετοχή όλων είναι ελεύθερη χωρίς να έχει σημασία αν είναι μέλη ή φίλοι του Κινήματος. Το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι να έχουν προβληματισμούς, προτάσεις και γνήσια προσήλωση στις αρχές και τις αξίες του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος.

Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2006

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΜΕΛΩΝ ΠΑ.ΣΟ.Κ. ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ & ΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ

Εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα οι πολίτες της χώρας μας αντιμετωπίζουν με μεγάλη δυσπιστία τον πολιτικό κόσμο. Η συνολική εντύπωση που επικρατεί είναι ότι τα πολιτικά κόμματα δεν έχουν μεγάλες διαφορές και ότι επί της ουσίας δεν μπορούν να προσφέρουν τίποτα στη κοινωνία και τους πολίτες. Οι συνεχείς υποσχέσεις, που είτε πραγματικά δεν υλοποιούνται ή κάποιοι διαμορφώνουν την αίσθηση ότι είναι μόνο λόγια. Η συνεχής συζήτηση γύρω από ευνοιοκρατικές πολιτικές υπέρ των υμετέρων (επιχειρηματικών συμφερόντων και ψηφοφόρων). Η αδιαφάνεια στη διαχείριση της εξουσίας και η έλλειψη συμμετοχής των πολιτών, δημιουργούν ένα φαύλο κύκλο που απειλεί όλους μας.

Η αποστροφή των πολιτών από την πολιτική δράση αγγίζει εντονότερα τους νέους, οι οποίοι δεν έχουν βιώσει περιόδους με έντονη πολιτικοποίηση, μεγάλες ηγετικές προσωπικότητες και με καταγεγραμμένη την επιρροή διαφόρων ιδεολογιών στην καθημερινή πραγματικότητα.

Έτσι μέσα στο κλίμα της γενικευμένης αμφισβήτησης των πάντων, της αίσθησης πολιτικής ομοιομορφίας των κομμάτων και της πίεσης για διαμόρφωση ανούσιων, διαχειριστικών και απολιτικών συναινέσεων, το μόνο που διαπιστώνουμε καθημερινά είναι ότι δεν λύνονται τα προβλήματα των πολιτών και της κοινωνίας μας. Ακόμα χειρότερα εντείνονται οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, αυξάνονται τα φαινόμενα διακρίσεων, περιορισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και βίας, απειλούνται όλο και περισσότερο το περιβάλλον και οι φυσικές πηγές, μπροστά στην απληστία για κέρδος, εμπεδώνεται όλο και περισσότερο ένα κλίμα άκρατου ανταγωνισμού και ατομικισμού, που διαλύει τον κοινωνικό ιστό και διαμορφώνει συνθήκες ζούγκλας.

Αυτή η κατάσταση απειλεί τη δημοκρατία μας. Απειλεί τα δικαιώματα του λαού μας. Απειλεί κάθε πανανθρώπινη αξία και ιδέα. Σήμερα είναι ευθύνη των προοδευτικών κοινωνικών δυνάμεων και κομμάτων να αναδείξουν ένα διαφορετικό πλαίσιο ενασχόλησης με τα κοινά, μια διαφορετική ποιότητα συμμετοχής στη πολιτική, ένα διαφορετικό περιεχόμενο στην άσκηση εξουσίας.

Σήμερα είναι χρέος της δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης να κλείσει τον κύκλο που άνοιξε το 1974, ο οποίος οδήγησε στην δικαίωση των αιτημάτων και των διεκδικήσεων του λαού μας, όπως θεμελιώθηκαν από την περίοδο του μεσοπολέμου και μετά, και να ανοίξει ένα νέο. Σήμερα το ΠΑ.ΣΟ.Κ. οφείλει να διαμορφώσει μια σύγχρονη ιδεολογική πλατφόρμα που να στηρίζεται σε ιστορικές αξίες και προοδευτικές ιδεολογικές αρχές, δίνοντας παράλληλα απάντηση στα σύγχρονα προβλήματα. Ένα πλαίσιο αρχών και στόχων που δεν θα προσαρμόζει απλώς τις πολιτικές του στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, αλλά θα θεμελιώνει ένα διαφορετικό δρόμο για τον προοδευτικό μετασχηματισμό της κοινωνίας που θα εμποδίζει την κυριαρχία της οικονομίας και των αγοραίων και αντικοινωνικών αντιλήψεων.

Εμείς οι νέοι του ΠΑ.ΣΟ.Κ. πιστεύοντας ότι οι λύσεις δεν προκύπτουν από το ‘πουθενά’. Θεωρώντας ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ. είναι η προοδευτική κινητήρια δύναμη της χώρας μας, που μπορεί να ενώσει τη κοινωνία μας κάτω από νέες αξίες, στόχους και πολιτικές. Εκτιμώντας ότι ο Γιώργος Παπανδρέου έχει αναδείξει ένα νέο ύφος, λόγο και πλαίσιο που εμπεριέχει σύγχρονες ιδέες με έντονο διεθνιστικό προσανατολισμό. Αναζητώντας διέξοδο για την επίλυση των σύγχρονων προβλημάτων μέσα από τις προτάσεις και τις αντιλήψεις της νέας γενιάς. Δίνοντας ουσιαστικό και όχι επικοινωνιακό περιεχόμενο στον όρο ανανέωση, λαμβάνουμε μια νέα πρωτοβουλία. Μια πρωτοβουλία ανοιχτού διαλόγου με τους νέους του τόπου μας πέρα και έξω από απολιθωμένα, γραφειοκρατικά και αποκομμένα από την κοινωνία κομματικά όργανα.

Στα πλαίσια αυτά και προκειμένου να ενημερώσουμε την κοινωνία μας, αλλά ιδιαίτερα τους νέους που ανησυχούν, εξεγείρονται, διεκδικούν παραχωρούμε συνέντευξη τύπου την Παρασκευή 8/12/2006, στις 12:30 στο Πολύκεντρο Νεολαίας του Δήμου Ηρακλείου. Η συνέντευξη θα δοθεί από τους:

1. Αγγελόπουλο Σπύρο, μέλος ΠΑΣΠ Πολυτεχνείου Κρήτης, πρώην μέλος Ν.Ε. Ν. ΠΑ.ΣΟ.Κ. Χανίων

2. Καμπανό Μανώλη, μέλος Π.Ε. Κρήτης ΠΑ.ΣΟ.Κ., υπεύθυνος Παιδείας, μέλος Δ.Ο. Ρεθύμνου ΠΑ.ΣΟ.Κ.

3. Κασλή Κώστα, μέλος Δ.Ο. Αγίου Νικολάου ΠΑ.ΣΟ.Κ., μέλος ΠΑΣΠ ΑΕΙ Ηρακλείου.

4. Λαπιδάκη Ματθαίο, μέλος Πανελλήνιου Συλλόγου Εργαζόμενων στον Τομέα της Νεότητας και τις Μ.Κ.Ο., μέλος Δ.Ο. Δυτικών συνοικιών ΠΑ.ΣΟ.Κ. Δήμου Ηρακλείου, π. Πρόεδρος Σ.Φ. ΣΤΕΓ ΤΕΙ Κρήτης..

5. Λυδάκη Μάνθο, Πρόεδρο Νομαρχιακού Συμβουλίου Νεολαίας, μέλος Σ.Ε. Δ.Ο. Αρχανών ΠΑ.ΣΟ.Κ.

6. Μαθιουδάκη Γιώργο, Πρόεδρο Σ.Φ. ΤΕΙ Χανίων, μέλος Δ.Ο. Χανίων ΠΑ.ΣΟ.Κ., π. μέλος Ν.Ε. Ν. ΠΑ.ΣΟ.Κ.

7. Παρασύρη Φραγκίσκο, μέλος Π.Ε. Κρήτης ΠΑ.ΣΟ.Κ., υπεύθυνος Πολιτικών Νεολαίας.

8. Πετράκη Μανώλη, πρώην μέλος Πολιτικού Συμβουλίου του Εθνικού Συμβουλίου της Ν. ΠΑ.ΣΟ.Κ., μέλος Δ.Ο. ΠΑ.ΣΟ.Κ. Νοτίων συνοικιών Δήμου Ηρακλείου.

Τρίτη 2 Μαΐου 2006

ΠΑ.ΣΟ.Κ. Ηρακλείου: Σε ελλειπτική και αποκλίνουσα τροχιά η πορεία προς τη Νέα Εποχή

Έχει συμπληρωθεί σχεδόν ένας χρόνος από τις διαδικασίες ανάδειξης των νέων αποκεντρωμένων οργάνων του Κινήματος. Τα νέα όργανα εξελέγησαν μέσα από μια διάφανη, δημοκρατική διαδικασία, με καθολική συμμετοχή, η οποία ήταν πρωτόγνωρη για όλα τα ελληνικά κόμματα.

Ταυτόχρονα, ειδικότερα για το Ηράκλειο και την Κρήτη, χωρίς τα παρατράγουδα του παρελθόντος. Παρατράγουδα τα οποία είχαν πληγώσει το τοπικό ΠΑ.ΣΟ.Κ. και είχαν αμαυρώσει ανεπανόρθωτα την εικόνα του. Έτσι δώσαμε όλοι μαζί το πρώτο ενθαρρυντικό δείγμα γραφής, ότι μπορούμε να αλλάξουμε.

Η πορεία της «αλλαγής» όμως δεν ολοκληρώνεται μόνο με μερικές καταστατικές αλλαγές ή με μια εκλογική διαδικασία. Η προσπάθεια για την αλλαγή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. οφείλει να είναι συνεχής. Η προσπάθεια να ενισχυθεί η αξιοπιστία των κομματικών διαδικασιών οφείλει να διαπερνά κάθε κομματική μας λειτουργία.

Μόνο με αυτό τον τρόπο θα αποδείξουμε ότι έχουμε πραγματικά αλλάξει. Θα αποδείξουμε ότι έχουμε αποτινάξει τα σύνδρομα αλαζονείας και κυβερνητισμού και θα βοηθήσουμε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. να αναδείξει ένα διαφορετικό πρόσωπο.

Έτσι σήμερα, όταν ήδη βρισκόμαστε μπροστά στη μεγάλη μάχη των δημοτικών και νομαρχιακών εκλογών, θα ήταν αυτονόητο ότι θα διεξήγαμε εκ νέου διαδικασίες αντικειμενικές και αξιόπιστες. Διαδικασίες που θα σέβονταν τις τοπικές κοινωνίες. Διαδικασίες που θα λάμβαναν υπόψη τους τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής και θα αξιολογούσαν πολιτικές και όχι πρόσωπα ή προτιμήσεις.

Η μάχη των εκλογών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν είναι μάχη, γοήτρου ή συσχετισμών. Δεν είναι μάχη προσωπικών μηχανισμών ή διαμόρφωσης «ζωνών επιρροής». Είναι μάχη όπου οφείλουμε να αναδείξουμε τη νέα αντίληψη μας για την τοπική αυτοδιοίκηση, την αποκέντρωση, τη διαφορετική σχέση κράτους-πολίτη.

Συνεπώς όλες οι κομματικές διαδικασίες διαβούλευσης και διαλόγου οφείλουν να γίνονται με βάση αυτή τη λογική και να υλοποιούνται με βάση το Καταστατικό και τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Μόνο έτσι τα αποτελέσματα θα είναι πλήρως αποδεκτά και δε θα αφήνουν περιθώρια αμφισβητήσεων.

Συνεπώς μήπως είναι η ώρα να αφήσουν κάποιοι τους μικρο-υπολογισμούς και τις ιδιοτέλειες; Μήπως είναι η ώρα να εξαλειφθεί εντελώς η νοοτροπία της προσαρμογής του καταστατικού και των κανονισμών στα μέτρα της εκάστοτε μικρής ή μεγάλης πλειοψηφίας; Μήπως είναι η ώρα το τοπικό ΠΑ.ΣΟ.Κ. να μπει σε ευθεία γραμμή, χωρίς παρεκκλίσεις, στη πορεία προς τη «Νέα Εποχή»;

Η «Νέα Εποχή» δεν είναι μια απλή διακήρυξη, ούτε μια έκφραση που η επίκληση της δίνει «παπανδρεϊκά» διαπιστευτήρια. Οφείλει να είναι μια μεθοδική προσπάθεια για να γίνει πράξη. Έτσι οι όλες επιλογές της Ν.Ε. Ηρακλείου, θα έπρεπε να είναι μη αμφισβητήσιμες και αντάξιες της σημασίας και της αξίας που έχουν για το Κίνημα μας οι δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές.

Δυστυχώς, εδώ και μερικούς μήνες βλέπουν το φως της δημοσιότητας διάφορα γεγονότα στα οποία περισσεύει το παρασκήνιο και είναι εντελώς απούσα η ουσία. Είναι προφανές ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και πολύ περισσότερο οι δημοκράτες πολίτες του Ηρακλείου, δε χρειάζεται να γίνονται μάρτυρες μη δημοκρατικών ή παρασκηνιακών διεργασιών.

Σε τι ωφέλησε το δημοκρατικό διάλογο και την καθολική αποδοχή της πορείας και του έργου της δημοτικής αρχής, και του σ. Γιάννη Κουράκη, στη προ μηνών αξιολόγηση του Δημάρχου μας, η φίμωση της αναπληρώτριας Γραμματέως της Ν.Ε., μελών της Ν.Ε., μεταξύ των οποίων και οι γραμματείς τριών δημοτικών οργανώσεων, και άλλων στελεχών του Κινήματος;

Σε τι ωφέλησαν τους πολίτες του Νομού μας, και το μέλλον του τόπου μας, οι προ καιρού, παρασκηνιακές συναντήσεις στελεχών σε διάφορες περιοχές με αντικείμενο τις νομαρχιακές εκλογές και το πρόσωπο του υποψήφιου νομάρχη του ΠΑ.ΣΟ.Κ.; Σε τι ωφέλησαν συναντήσεις πρώην στελεχών της Νεολαίας (για μερικούς είναι καπηλεία και αιδώς ακόμα και η χρήση αυτού του προσδιορισμού), όπως ακούστηκε, για να δοθεί «απάντηση στη Χαριλάου Τρικούπη;» Το «ανανεωμένο» και νεανικό ΠΑ.ΣΟ.Κ. χρειάζεται εξωθεσμικές παρεμβάσεις, με μπόλικη επικοινωνιακή υποστήριξη, για να αναδείξει τη νέα του πολιτική για τη Τοπική Αυτοδιοίκηση;

Χρειαζόμασταν δημοσκοπήσεις, μηχανορραφίες και παρασκήνια για να δώσουμε στο Νομό μας επιτέλους την ώθηση και την αναπτυξιακή προοπτική που του αρμόζει; Χρειάζονται πομπώδεις δηλώσεις για να καλυφθεί η γύμνια πολλών στελεχών του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και η αδυναμία τους να απαντήσουν στις ανάγκες των πολιτών του Νομού μας;

Προφανώς δε χρειαζόμαστε τίποτα από τα παραπάνω. Ούτε ως μέλη του ΠΑ.ΣΟ.Κ., ούτε ως πολίτες. Η χώρα μας ταπεινώνεται καθημερινά από μια ανίκανη Κυβέρνηση. Ο λαός μας εξαθλιώνεται υπό το βάρος των σχεδίων του Σ.Ε.Β. και της «φιλο-επιχειρηματικής» πολιτικής της Κυβέρνησης. Ο Νομός μας μαστίζεται από την συνεχή περικοπή πόρων και το σημαντικό αναπτυξιακό του έλλειμμα, αλλά κάποιοι «περί άλλων τυρβάζουν».

Εξακολουθούν να έχουν την ίδια αλαζονική συμπεριφορά που ο λαός μας καταδίκασε. Εξακολουθούν να συμπεριφέρονται σα «δεσμώτες» του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και όχι σαν «ελευθερωτές» της πραγματικής δύναμης των πολιτών. Εξακολουθούν να συμπεριφέρονται ως «διαπραγματευτές» και «διαχειριστές» του παρόντος και όχι σαν εμπνευστές του οράματος για το μέλλον.

Εξακολουθούν να μην εκπροσωπούν τους πολίτες, να μη διεκδικούν για αυτούς, να μην αγωνίζονται μαζί με τους, για τα δικαιώματα τους και την επίλυση των προβλημάτων τους. Εξακολουθούν να είναι κλεισμένοι στο μικρόκοσμο των κομματικών γραφείων και εγκλωβισμένοι στη μίζερη διαχείριση της καρέκλας τους.

Αποκορύφωμα αυτής της συμπεριφοράς, είναι η διαδικασία παρωδία, για την αναζήτηση του προσώπου που θα ηγηθεί του νομαρχιακού ψηφοδελτίου του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Σήμερα εκεί που έχουμε φτάσει επιβάλλεται να γίνει σεβαστή η εγκύκλιος και να κατοχυρωθεί ο κομβικός ρόλος του Νομαρχιακού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ, στο ζήτημα της αξιολόγησης του εν ενεργεία νομάρχη. Δεν είναι δυνατό με διαδικαστικές τρίπλες να επιχειρήται η αποφυγή της συνεδρίασης του μοναδικού οργάνου που νομιμοποιείται να το κάνει.

Η πρόσφατη ακύρωση του, λόγω της συμμετοχής πολλών πολιτών, είναι τουλάχιστο απαράδεκτη ενέργεια για ένα κόμμα που διακηρύσσει την συμμετοχική δημοκρατία. Αυτή η στάση αποδεικνύει ότι κάποιοι πραγματικά δεν έχουν προσαρμοστεί στη νέα εποχή των ανοιχτών και διαφανών διαδικασιών.

Η Ν.Ε. Ηρακλείου του ΠΑ.ΣΟ.Κ. θα μπορούσε κάλλιστα, να ορίσει νέα συνεδρίαση του οργάνου, διασφαλίζοντας έτσι την αντικειμενική πολιτική αξιολόγηση και τη λήψη καθαρής απόφασης, από το μοναδικό όργανο που είχε αυτό το δικαίωμα. Κάθε άλλη επιλογή δείχνει τη διάθεση δημιουργίας τετελεσμένων και τη καλλιέργεια εντυπώσεων, αφού οι περισσότερες οργανώσεις του Κινήματος δεν έχουν πάρει ξεκάθαρη απόφαση πολιτικής αξιολόγησης, αλλά έχουν αρκεστεί σε γενικόλογες συζητήσεις, οι οποίες μεταφέρθηκαν κατά πως βόλευε τους περισσότερους γραμματείς.

Είναι προφανές ότι κάποιοι επιθυμούν να παγιδεύσουν τις Σ.Ε., αφού ούτε από την σχετική εγκύκλιο προβλέπεται η αποσπασματική έκφραση γνώμης ή έκφραση γνώμης δια μέσου των γραμματειών. Η εγκύκλιος απαιτεί την άμεση τοποθέτηση σε συνεδρίαση νομαρχιακού συμβουλίου.

Επιπρόσθετα, εντύπωση προκαλεί η πολιτική αδράνεια των επικεφαλών των δυο οργάνων, σε επίπεδο Νομού και Περιφέρειας (Ν.Ε.-Π.Ε.). Εδώ και μήνες επιδίδονται σε παρασκηνιακό όργιο επαφών στην Αθήνα, μεταφέροντας προφορικά, και απ’ ότι φαίνεται κατά το δοκούν, τις αποφάσεις των συλλογικών οργάνων. Αποφεύγουν να συντάξουν επίσημα κείμενα ή να ζητήσουν γραπτές οδηγίες από την Επιτροπή Εκλογικών Διαδικασιών. Μήπως έτσι μπορούν να κατευθύνουν κατά τη προσωπική τους κρίση τις όποιες ενέργειες και να διαμορφώνουν «κλίμα» και εξελίξεις»;

Δυστυχώς, έχει αποδειχτεί περίτρανα ότι δε μπορούν να χειριστούν κρίσιμα και σημαντικά ζητήματα που αφορούν το Κίνημα μας, με το πνεύμα του «νέου ΠΑΣΟΚ», με σύνεση και ενότητα όπως απαιτείται. Παρατηρείται σχεδόν καθημερινά ότι είναι προσκολημμένοι στις ομαδοποιήσεις του χτες και σε φραξιονιστικές και μηχανιστικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων.

Σύντροφοι το τοπικό ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν μπορεί να παραμένει προσκολημμένο σε λογικές εξυπηρέτησης συσχετισμών και υμετέρων. Οφείλει να γυρίσει πραγματικά σελίδα και να αποκόψει τον ομφάλιο λώρο με το αμαρτωλό παρελθόν.

Μια νέα γενιά στελεχών που δεν επιθυμεί απλώς να «διαχειριστεί το μαγαζί», διαδεχόμενη τον «παλιό διαχειριστή», αλλά να χτίσει κάτι καινούριο πρέπει να έρθει στο προσκήνιο. Το πραγματικό αντικείμενο του διαλόγου στο τοπικό ΠΑ.ΣΟ.Κ. οφείλει να είναι οι νέοι στόχοι, οι νέες πολιτικές, οι νέοι άνθρωποι. Οφείλει να είναι ο σχεδιασμός του μέλλοντος και όχι η ανακύκλωση του παρελθόντος.

Η πρόσκληση του Προέδρου του Κινήματος για συμμετοχή είναι επίκαιρη και για το Νομό μας. Η πρόκληση για αυτοργάνωση είναι μια ευκαιρία. Η διακήρυξη για ανανέωση απλώς η αφορμή.

Παρασκευή 10 Μαρτίου 2006

Παιδεία: Θεμελιώδες Κοινωνικό Αγαθό

Η Παιδεία αποτέλεσε και αποτελεί κατά γενική ομολογία, έναν από τους σημαντικότερους τομείς στη πολιτική των σύγχρονων κρατών. Το εκπαιδευτικό σύστημα εκφράζει την συνολική αντίληψη μιας πολιτείας και μιας κοινωνίας για το μέλλον της, μέσα από το μοντέλο, τους στόχους, το επίπεδο και την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης.

Είναι προφανές ότι το εκπαιδευτικό σύστημα παίζει επίσης καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση της κοινωνίας του μέλλοντος. Το σχολείο αποτελεί το πιο βασικό μηχανισμό κοινωνικοποίησης των παιδιών, το μοναδικό οργανωμένο σύστημα παροχής ερεθισμάτων, γνώσεων και κατευθύνσεων για τα παιδιά και τους εφήβους.

Ο ρόλος του σχολείου ως μηχανισμός κατανόησης του κοινωνικού περίγυρου και ως αφετηρία για τις βασικές αναζητήσεις των νέων είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Συνεπώς από κοινωνική σκοπιά το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Οφείλει να στηρίζεται στην αρχή των «ανοιχτών οριζόντων», και της γενικής ισότιμης εκπαίδευσης. Οφείλει να παρέχει τις βάσεις, προκειμένου ο νέος να διαμορφώνει μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα και να εντάσσεται ως πολίτης στο κοινωνικό σύνολο.

Το εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορεί να έχει ως σκοπό να διαμορφώνει μόνο εξειδικευμένους ή ανειδίκευτους εργαζόμενους, υπαλλήλους, καταναλωτές, ή ατομικά υποκείμενα αποξενωμένα από το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι.

Το εκπαιδευτικό σύστημα οφείλει να διαμορφώνει τις προϋποθέσεις όχι μόνο για την οικονομική ανάπτυξη μιας κοινωνίας, αλλά κυρίως να θέτει τις βάσεις για τη βελτίωση και τον μετασχηματισμό της κοινωνίας, καλλιεργώντας: την αμφισβήτηση, τον προβληματισμό, τον διάλογο, την αντιπαράθεση επιχειρημάτων, την συνεργασία και τη συμμετοχή και να συμβάλλει στην αναβάθμιση του πνευματικού και νοητικού επιπέδου των μαθητών.

Το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να σχεδιάζεται ώστε να αμβλύνει τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, να περιορίζει τις μαθησιακές δυσκολίες και ουσιαστικά όχι μόνο να δίνει ίσες ευκαιρίες, αλλά να δίνει και ισοδύναμα νοητικά και γνωστικά εφόδια. Πρέπει να ενισχύει τους νέους με γνώσεις για να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της σύγχρονης κοινωνίας.

Το εκπαιδευτικό σύστημα επιβάλλεται να ανοίγει ορίζοντες πολιτικής και κοινωνικής αναζήτησης για το μοντέλο της κοινωνίας μας. Οφείλει να συμβάλει στην αντιστροφή του κλίματος του άκρατου ατομικισμού, του ανταγωνισμού, της κοινωνικής αναισθησίας και της απομόνωσης. Να καλλιεργεί ευαισθησία για τους αδύνατους, να συμβάλει στη καταπολέμηση του ρατσισμού (φύλλου, θρησκείας, χρώματος, εθνικότητας, καταγωγής, οικονομικής κατάστασης, σεξουαλικής διαφορετικότητας, κλπ), να ενδυναμώνει την ανεκτικότητα.

Να καλλιεργεί την οικολογική συνείδηση και την περιβαλλοντική ευαισθησία, να οχυρώνει τους νέους έναντι των σειρήνων του καταναλωτισμού και της άκρατης υλικής ευμάρειας. Να εφοδιάζει του νέους με κριτικό πνεύμα για να μπορούν να αναζητούν την αλήθεια «πίσω από τα γράμματα» και να αμφισβητούν και να κρίνουν ότι σερβίρεται ως αλήθεια, ως «είδηση», ή ως γεγονός.

Παράλληλα είναι αδιανόητη η αποσύνδεση του εκπαιδευτικού συστήματος από το οικονομικό μοντέλο οργάνωσης κάθε κοινωνίας. Το οικονομικό μοντέλο, όμως δεν μπορεί και δεν δικαιούται να παρεμβαίνει στις παιδαγωγικές αρχές, στην ανάγκη ομαλής κοινωνικοποίησης και στην διαμόρφωση ολοκληρωμένης και ισχυρής προσωπικότητας.

Οι οικονομικές-αναπτυξιακές ανάγκες μιας χώρας και μιας κοινωνίας πρέπει να εκτιμώνται στη διαμόρφωση του γνωστικού περιεχομένου συγκεκριμένων μαθημάτων, στα ερεθίσματα, που δίνονται κατά την εκπαιδευτική διαδικασία (ευγενής άμιλλα, καταπολέμηση «υπαλληλικής» νοοτροπίας, βολέματος), την νοοτροπία που καλλιεργεί το εκπαιδευτικό σύστημα (δημιουργικότητα, ευρηματικότητα, επιχειρηματικότητα) και τον επαγγελματικό προσανατολισμό.

Ειδικότερα η Τριτοβάθμια εκπαίδευση οφείλει να συμπληρώνει, να αναβαθμίζει και να ολοκληρώνει την πορεία που περιγράψαμε παραπάνω. Ο νέος φοιτητής δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται από το Πανεπιστήμιο ως «εξειδικευμένο εργαλείο» για την οικονομία και την αγορά.

Οφείλει να αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος-πολίτης-επιστήμονας που πάνω από όλα πρέπει να σκέφτεται και να μαθαίνει, να αναζητά και να προβληματίζεται, να συνεργάζεται και να συνδιαμορφώνει με συλλογικούς όρους, τη κοινωνία που πρόκειται να ζήσει. Ουσιαστικά το πανεπιστήμιο οφείλει να αντιμετωπίζει το νέο ως προσωπικότητα και όχι ως «συσσωρευτή» γνώσεων που ‘αύριο’ θα «αγοράσει» κάποιος εργοδότης.

Έτσι το πανεπιστήμιο, ως ο μοναδικός χώρος, όπου προστατεύεται απόλυτα η αναζήτηση, η αμφισβήτηση, η έρευνα, ως ο μοναδικός κοινωνικός μηχανισμός που έχει κατοχυρώσει το δικαίωμα να αμφισβητεί την κυρίαρχη ιδεολογία και να εκκολάπτει νέες ιδεολογίες, κινήματα και επαναστάσεις, οφείλει σήμερα, όχι μόνο να μην απεμπολήσει, αλλά και να διευρύνει αυτό του τον ρόλο.

Το σύγχρονο ολοκληρωμένο πανεπιστήμιο δεν μπορεί να είναι μόνο μηχανισμός αναζήτησης μιας στείρας επιστημονικής αλήθειας ή της νέας γνώσης. Το σύγχρονο πανεπιστήμιο οφείλει να έχει κοινωνικές, ιδεολογικές και ηθικές αναφορές. Οφείλει να διαμορφώνει το κοινωνικό μοντέλο και να αναζητά τη χρησιμότητα της επιστημονικής έρευνας για τη κοινωνία, ως σύνολο και τον άνθρωπο, ως είδος μέσα σε ένα εύθραυστο οικοσύστημα και όχι για επιμέρους οικονομικά-κοινωνικά συμφέροντα.

Στα πλαίσια αυτά το ελληνικό-ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο δεν μπορεί να είναι ένας «μηχανισμός ιδιωτικοοικονομικής» και ανταγωνιστικής λειτουργίας. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με κριτήρια «παραγωγικότητας» του επιστημονικού προσωπικού και «αποδοτικότητας» της έρευνας. Ταυτόχρονα όμως δεν μπορεί να διατηρεί ιδιότυπη ασυλία που να επιτρέπει αυθαιρεσίες, αντικοινωνικές ή αντιδημοκρατικές συμπεριφορές και σπατάλη δημοσίων-κοινωνικών πόρων.

Το Πανεπιστήμιο είναι η κορωνίδα του εκπαιδευτικού συστήματος και ταυτόχρονα η αφετηρία κάθε μοντέλου εκπαίδευσης, αφού από τα σπλάχνα του προέρχονται οι εκπαιδευτές του αύριο. Έτσι η σημασία του στη σύγχρονη κοινωνία είναι μεγαλύτερη από ένα απλό μηχανισμό παραγωγής πτυχίων ή ένα σύστημα ανάσχεσης της ανεργίας, ή μια δομή επιφανειακής (σε επίπεδο διακήρυξης) άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων.

Στο σύγχρονο ελληνικό πανεπιστήμιο καθίσταται επιτακτική η ανάγκη αναβάθμισης του πνευματικού-πολιτιστικού του ρόλου, μέσα από την ενίσχυση των ανθρωπιστικών επιστημών και τη διάχυση τους στις υπόλοιπες επιστήμες. Το Πανεπιστήμιο οφείλει να είναι ο πρώτος εκπαιδευτικός σχηματισμός που θα πολεμήσει την μονομέρεια, την απόλυτη εξειδίκευση, την αποστείρωση και την τεμαχισμένη-εύπεπτη γνώση. Η ανάγκη για καλλιέργεια της διεπιστημονικότητας και του φιλοσοφικού και κοινωνιολογικού προβληματισμού είναι έντονη.

Όλοι γνωρίζουμε ότι ιδιαίτερα σήμερα είναι επιτακτική η ανάγκη για την διαμόρφωση ενός Ενιαίου Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Κατανοούμε ότι οι διεθνείς οικονομικές εξελίξεις και η κοινή ευρωπαϊκή αγορά επιβάλουν την σύνδεση των εκπαιδευτικών συστημάτων των κρατών μελών και κάνουν επιτακτική την ανάγκη αυτά να είναι συμβατά μεταξύ τους.

Σε κάθε περίπτωση όμως διεκδικούμε αυτή η συμβατότητα και ομοιογένεια να μη σημαίνει ταύτιση. Η Ελλάδα έχει να κερδίσει πολλά από την ενοποίηση των εκπαιδευτικών συστημάτων, αρκεί να μη μιλάμε για ισοπέδωση. Όλοι γνωρίζουμε ότι είμαστε στις τελευταίες θέσεις στις δαπάνες για τη Παιδεία και την Έρευνα. Άρα είναι προφανές ότι αν θέλουμε να συμβάλουμε σα χώρα στη συνολική αναβάθμιση του ευρωπαϊκού εκπαιδευτικού μοντέλου και στον βελτίωση της θέσης της Ευρώπης στο διεθνή ανταγωνισμό επιβάλλεται η αύξηση των πόρων.

Οι ευθύνες τους ΠΑ.ΣΟ.Κ. ως Κυβέρνηση σε αυτή την υστέρηση ήταν σημαντικές. Εκτός από την ανάγκη για την διαμόρφωση εθνικού συστήματος αξιολόγησης ή την με κανονιστικό τρόπο αναγνώριση πτυχίων των ευρωπαϊκών χωρών και στην Ελλάδα, έχουμε αναλάβει την υποχρέωση μέχρι το 2010 να δαπανάμε 5% του ΑΕΠ στη Παιδεία και 1,5% του ΑΕΠ, στην έρευνα στα πλαίσια των στόχων της Λισσαβόνας.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι δαπάνες για την Παιδεία και την Έρευνα θα έπρεπε αθροιστικά, να βρίσκονται ήδη πάνω από το 5% του ΑΕΠ, αντί του ~4% που είναι σήμερα, ώστε να προσεγγίσουμε το 6,5% το 2010. Έτσι καμία νομική ή διοικητική ρύθμιση, καμία στατιστική αλχημεία δε μπορεί να κρύψει την ανεπάρκεια των πόρων. Πόροι χρειάζονται προκειμένου να επιτύχουμε τους ποιοτικούς στόχους για την αναβάθμισης της εκπαίδευσης, χωρίς να περικόψουμε φοιτητικά δικαιώματα και κοινωνικές παροχές. Ειδικά σε μια κοινωνία που μαστίζεται από την ανεργία και τη μείωση των εισοδημάτων, αυτές οι παροχές πρέπει να αναδιαμορφωθούν και να διευρυνθούν.

Η συνολική ευρωπαϊκή στρατηγική πρέπει να αντιμετωπίζει το εκπαιδευτικό σύστημα όπως περιγράψαμε. Η αγγλοσαξονικού τύπου αντίληψη ότι η Παιδεία είναι άλλη μια υπηρεσία η οποία μπορεί να παρέχεται με ανταγωνιστικό ή αγοραίο τρόπο δεν είναι αποδεκτή. Η Παιδεία και γενικά η γνώση ή έρευνα και τα παράγωγα τους, είναι δημόσιο κοινωνικό αγαθό. Πρέπει να είναι ισότιμα προσβάσιμα σε όλους.

Συνεπώς από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι υπάρχει η ανάγκη για ένα νέο μοντέλο ελληνικού πανεπιστημίου. Ένα πανεπιστήμιο που οφείλει να είναι συλλογικό, δημοκρατικό, αυτοδιοικούμενο, διαφανές, κοινωνικοποιημένο, δημιουργικό, απελευθερωμένο, υπεύθυνο και χρήσιμο για όλους.

Με βάση αυτές τις ιδέες και αρχές μπορούμε κατανοήσουμε γιατί η πολιτική της δεξιάς Διακυβέρνησης είναι επικίνδυνη για τη νέα γενιά και το μέλλον της χώρας μας. Έτσι επιβάλλεται ένα προοδευτικό κίνημα πολιτών να αντισταθεί και να πολεμήσει όλα όσα σχεδιάζει και υλοποιεί η Νέα Δημοκρατία σήμερα.

Ο προοδευτικός χώρος μπορεί με βάση αυτές τις ιδέες αλλά και άλλες, να διαμορφώσει τις θεσμικές παρεμβάσεις και τις λειτουργικές ρυθμίσεις που απαιτούνται για ένα νέο ελληνικό πανεπιστήμιο σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκής αντίληψης εκπαιδευτικό σύστημα. Παρεμβάσεις που πρέπει να εμπεριέχουν και να στηρίζουν τις ιδέες της διαφάνειας, της κοινωνικής λογοδοσίας, της αποκέντρωσης, της δημιουργικής συνεννόησης και της δημοκρατίας.

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2006

«Υποκλάπει η αξιοπιστία της Κυβέρνησης και το κύρος της χώρας». Ποιός περίμενε τις υποκλοπές για να το καταλάβει;

Την τελευταία εβδομάδα η χώρα μας βρίσκεται στη δίνη του ζητήματος των υποκλοπών. Δεκάδες σενάρια κατασκοπείας έρχονται στο προσκήνιο, ενώ πολλά αποκαλυπτικά στοιχεία φτάνουν στο φως της δημοσιότητας. Όμως τίποτα από τα παραπάνω δε κλονίζει τη μακαριότητα, την απάθεια και την απραξία της ελληνικής Κυβέρνησης.

Για πολλοστή φορά τα τελευταία δύο χρόνια, σε σειρά καίριων εθνικών ζητημάτων ή φαινομένων που πλήττουν το κύρος και την αξιοπιστία της χώρας, η Κυβέρνηση είναι απούσα. Ακόμα πιο ανύπαρκτος είναι ο ίδιος ο Πρωθυπουργός. Ένας Πρωθυπουργός που «προστατεύει»με περίσσιο ζήλο μόνο το επικοινωνιακό του προφίλ.

Σε κανένα μεγάλο θέμα εξωτερικής πολιτικής όπως είναι το Κυπριακό και οι εξελίξεις στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή. Σε κανένα μεγάλο θέμα αξιοκρατίας και διαφάνειας, όπως είναι οι ρυθμίσεις για τη παράκαμψη του Α.Σ.Ε.Π. και τη συγκρότηση του κράτους της «γαλάζιας γενιάς».

Σε κανένα ζήτημα που σχετίζεται με την διαφύλαξη της εργασιακής ειρήνης και τον παραγωγικό και αναπτυξιακό διάλογο μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Σε κανένα ζήτημα που αφορά τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού, όπως κατά τη πρόσφατη σφοδρή κακοκαιρία.

Σε κανένα θέμα «αγκάθι», όπως οι πενιχρές αυξήσεις που εδόθησαν στα πλαίσια της ετήσιας εισοδηματικής πολιτικής της Κυβέρνησης, η οποία «ειρήσθω εν παρώδω» ανακοινώθηκε σχεδόν μυστικά.

Σε κανένα ζήτημα αιχμής για τους οπλίτες και τη χώρα δεν εμφανίζεται ο Πρωθυπουργός. Μας τιμά, ως πολίτες, με τη παρουσία του μόνο όταν έχει να ανακοινώσει κάτι που φτιάχνει το προφίλ του, ή είναι τόσο ανούσιο για τη πλειοψηφία των πολιτών, όπως η άκαιρη, άσκοπή και κατά τυχαίο τρόπο επιχειρούμενη Αναθεώρηση του Συντάγματος.

Ο Πρωθυπουργός της χώρας εμφανίζεται στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και ενώπιον του λαού όταν έχει να ανακοινώσει οτιδήποτε κενό περιεχόμενου και αόριστο, όπως οι περίφημες «μεταρρυθμίσεις» ή να μας κοιμίσει με τα περί «κοινωνικού κέντρου». Όλα αυτά βέβαια αποκτούν το πραγματικό δεξιό και γκρίζο πρόσωπο της Νέας Δημοκρατίας, όταν καλούνται να τα υλοποιήσουν οι «αναλώσιμοι» Υπουργοί και κρατικοί λειτουργοί του. όπως δείχνουν οι πολλαπλές και εύκολες αποπομπές.

Έχουν πραγματικό πρόσωπο οι αλλαγές του κ. Σιούφα, εις βάρος των εργαζομένων και των μικρομεσαίων για το ωράριο. Έχουν συγκεκριμένο πρόσωπο οι απειλές του κ. Παυλόπουλου, για κατάργηση της μονιμότητας ή πιο εύσχημα για αύξηση του αριθμού των υπαλλήλων αορίστου χρόνου (χωρίς Α.Σ.Ε.Π. και με «ατομικές» συμβάσεις άραγε;) έναντι των μονίμων υπαλλήλων του δημοσίου. Έχουν πραγματικό πρόσωπο οι οπισθοδρομικές ρυθμίσεις της κ. Κουτσίκου, για τα Πανεπιστήμια και τη Τεχνική Λυκειακή Εκπαίδευση.

Έχουν πραγματικό πρόσωπο οι συκοφαντίες «περί ρετιρέ» εις βάρος των εργαζομένων των Δ.Ε.Κ.Ο. από το κ. Αλογοσκούφη. Όπως και η τακτική «Ποντίου Πιλάτου» μπροστά στην «εκμετάλλευση» των τραπεζιτών. Οι οποίοι μετά το δώρο του κ. Αλογοσκούφη για το «ασφαλιστικό των τραπεζών», θέλουν να λύσουν μόνοι τους, και με τις ευλογίες της Κυβέρνησης, και το «εργασιακό» των τραπεζών.

Οι κυβερνητικές πολιτικές έχουν πραγματικό πρόσωπο όταν Λιάπης-Αλογοσκούφης-Σιούφας από κοινού σχεδιάζουν τη διάλυση και το ξεπούλημα των περισσοτέρων κρατικών τραπεζών και επιχειρήσεων (ΔΕΗ, ΟΣΕ, κλπ), αφού όμως πρώτα διαμορφώσουν συνθήκες «ιδιωτικού τομέα» σε αυτές (διάσπαση επιχειρήσεων, κατάργηση συλλογικών διαπραγματεύσεων, ατομικές συμβάσεις εργασίας, διαφορετικό καθεστώς νέων υπαλλήλων, κλπ), ώστε να αποδώσουν άμεσο κέρδος σε όσους τις πάρουν.

Όλες οι πραγματικές και συγκεκριμένες κυβερνητικές επιλογές έχουν το πρόσωπο των Υπουργών της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας. Καμία όμως δεν έχει το πρόσωπο του πραγματικού «μαέστρου» αυτής της καλοκουρδισμένης μηχανής, του Κώστα Καραμανλή.

Του Πρωθυπουργού της χώρας, που σε συνεργασία και με συμπληρωματικότητα, με τον κ. Κυριακόπουλου χτίζουν μια Ελλάδα φτώχιας, ανασφάλειας και εξαθλίωσης. Μια Ελλάδα με πολίτες δυο ταχυτήτων. Μια Ελλάδα με πολύ φτωχούς, λιγότερο φτωχούς και πολύ πλούσιους. Μια Ελλάδα που όλα εξισώνονται προς τα κάτω.

Είναι πρωτοφανής και ανήκουστη η οικονομική και εισοδηματική πολιτικής της Κυβέρνησης, που αντί να αυξάνει μισθούς, μειώνει… Είθισται όταν κάποιος παίρνει 1000 € για μια εργασία και ένας άλλος για την ίδια ή αυξημένης δυσκολίας ή απαιτήσεων παίρνει 700 €, να ανεβαίνει ο μισθός του δεύτερου και όχι να μειώνεται ο μισθός του πρώτου.

Σήμερα Κυβέρνηση και βιομήχανοι σχεδιάζουν μια πολιτική διαφορετική από εκείνη του 1992, την αλησμόνητη «αριθμητική» του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη του «0% + 0% = 14%».

Σήμερα ζούμε μια πολιτική όπου ο δημόσιος υπάλληλος πιέζεται να παίρνει όσα και ο εργαζόμενος στον ιδιωτικό τομέα.

Ο ιδιωτικός υπάλληλος εξωθείται να μην εφαρμόσει συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Ο άνεργος πειθαναγκάζεται να δεχτεί ακόμα λιγότερο από το ελάχιστο μεροκάματο.

Ο νέος άνεργος εκβιάζεται να πάρει με ατομική συμφωνία 10% κάτω από τα προβλεπόμενα.

Και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται. Ο νέος δημόσιος υπάλληλος (με την ατομική σύμβαση αορίστου χρόνου) θα πιεστεί να πάρει όσα ο νέος εργαζόμενος στον ιδιωτικό τομέα. Έτσι στο τέλος του κύκλου όλοι θα παίρνουν του «χρόνου» 10% λιγότερα από ότι πήραν «πέρυσι». Έτσι του χρόνου οι φετινές «αυξήσεις» του Αλογοσκούφη θα φαντάζουν «μάννα εξ’ ουρανού!»

Η Κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή ξεγυμνώθηκε εντελώς μετά τη πρόσφατη επίθεση κατά του Προέδρου της Γ.Σ.Ε.Ε. κ. Πολυζωγόπουλου και το σκάνδαλο των υποκλοπών.

Σε μια Ελλάδα που φτωχαίνει διαρκώς. Σε μια Ελλάδα που δεν έχει φωνή, αφού τη φίμωσε ο «βασικός μέτοχος» και η καταναγκαστική αγορά των F-16.

Σε μια Ελλάδα που δεν έχει εξωτερική πολιτική, ούτε για τη γειτονιά της, αλλά αρέσκεται σε τουριστικά ταξίδια στη Κίνα. Σε μια Ελλάδα που είναι «στρατηγικός εταίρος» των αμερικάνικων συμφερόντων.

Σε μια Ελλάδα που αλωνίζουν παράνομα και ασύδοτα όλες οι ξένες μυστικές υπηρεσίες Σε μια Ελλάδα που δε μπορεί να προστατέψει επιφανείς πολίτες της από τραμπουκισμούς, αλλά και τη πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της από κάθε αδιάκριτο αυτί.

Μήπως σε αυτή την Ελλάδα που τόσο μοιάζει με την Ελλάδα της περιόδου 1960-1965 ήρθε η ώρα να αναφωνήσει ο κ. Πρωθυπουργός: «Μα ποιος κυβερνά αυτό το τόπο;» όπως ο αείμνηστος θείος του;

Σε όλα όσα συμβαίνουν στη χώρα μας ήταν ο πρώτος διδάξας. Ο λαός μας δε χρειάζεται να τα ξαναθυμηθεί όλα. Δε χρειάζεται να οδηγηθούμε σε τραγικές θεσμικές παρεκτροπές και εθνικές περιπέτειες για να «εγκαταλείψετε τη χώρα». Κάντε το όσο είναι καιρός. Παραιτηθείτε κ. Καραμανλή! είστε ο μόνος υπεύθυνος.

Πετράκης Μανώλης

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2005

Συνδιοίκηση στα Ανώτατα Ιδρύματα. Απαξιωμένος θεσμός ή θμέλειο για τη Συμμετοχική Δημοκρατία και την κοινωνική λογοδοσία;

Το τελευταίο χρονικό διάστημα απασχολεί έντονα τη κοινή γνώμη η λειτουργία και τα φαινόμενα διαφθοράς σε βασικούς θεσμούς της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, όπως είναι τα πολιτικά κόμματα, η Δικαιοσύνη, η εκκλησία, η δημόσια διοίκηση, τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, κλπ.

Βασικό χαρακτηριστικό της συζήτησης που γίνεται είναι η αναζήτηση για το κατά πόσο οι θεσμοί αυτοί λειτουργούν όπως θα έπρεπε. Αλλά και κατά πόσο οι λειτουργοί τους υπηρετούν βασικές αρχές και αξίες και πάνω από όλα το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου, του λαού και της χώρας.

Η γενική εντύπωση που διαμορφώνεται είναι ότι ζούμε σε ένα σάπιο «σύστημα», όπου προέχει το ιδιωτικό κέρδος και ότι το σύνολο των θεσμών τίθεται στην εξυπηρέτηση άνομων οικονομικών, πολιτικών ή άλλων συμφερόντων. Ουσιαστικά διαμορφώνεται «μια σούπα» ότι όλοι το ίδιο είναι και γίνεται καθεστώς μια σε βάθος απαξίωση κάθε μορφής συλλογικότητας και κάθε μη ιδιωτικού φορέα

Ποια είναι όμως η μόνιμη επωδός κάθε τέτοιας συζήτησης; Η κάθαρση, η εξυγίανση, η θωράκιση των θεσμών και των λειτουργών τους έναντι οιασδήποτε παρέμβασης, κλπ. Ουσιαστικά αναζητούνται λύσεις που θα ενισχύσουν τη διαφάνεια και θα συμβάλουν στην αποκάλυψη όποιων παρανομιών. Φυσικά επιδιώκεται και η διασφάλιση της παραπομπής στη δικαιοσύνη κάθε επιλήψιμης πράξης.

Όλα τα παραπάνω αγγίζουν κατά περιόδους, και το τελευταίο διάστημα πιο έντονα, και τη λειτουργία των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της χώρας και το πλαίσιο που τη διέπει. Η συζήτηση αυτή όμως είναι ειλικρινής ή κρύβει σκοπιμότητες; Δηλαδή πραγματικά αναζητείται λύση εξυγίανσης, κάθαρσης και τιμωρίας των υπαιτίων ή επιδιώκεται να ενισχυθούν τα στεγανά και να κλείσουν οι πόρτες σε κάθε ανεξάρτητη φωνή σε κάθε ομάδα ή σώμα ελέγχου;

Σε μια κοινωνία που νοσεί ή που όλα έχουν χάσει την αξιοπιστία τους υπάρχει δυνατότητα κάποιος χώρος να μείνει αλώβητος; Δυστυχώς, κατά την προσωπική μου εκτίμηση όχι. Είναι μοιραίο ότι ακόμα και μέσα στα πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ θα εμφανιστούν φαινόμενα διαφθοράς, συναλλαγών και διαπλοκής, αφού η συνολική νοοτροπία τείνει προς αυτή τη κατεύθυνση. Αυτό φυσικά δε δίνει άλλοθι σε κανένα. Το ότι νοσεί η Δικαιοσύνη ή η Εκκλησία δε μπορεί να λειτουργεί σε «Κολυμπήθρα του Σιλωάμ» για κάθε άλλο χώρο που παρουσιάζει φαινόμενα διαφθοράς

Ποια είναι όμως η αφετηρία του προβλήματος; Σε όλους τις υπόλοιπους θεσμούς της κοινωνίας μας η αιτία των φαινομένων αναζητείται στην ύπαρξη επίορκων λειτουργών ή στην έλλειψη επαρκούς θεσμικού πλαισίου ή στην ύπαρξη στεγανών. Γιατί άραγε στα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα η υπαιτιότητα της «διαφθοράς» αποδίδεται στους φοιτητές; Γιατί άραγε αναζητείται η μετάθεση ευθυνών στο πιο αδύναμο κρίκο; Ποιοι εξυπηρετούν τις δεξιές ιδεολογικές τους καταβολές, καλύπτουν πολιτικά συμφέροντα και κουκουλώνουν το ρόλο των ίδιων των μεγαλόσχημων και κοινωνικά ευυπόληπτων ακαδημαϊκών;

Κάθε προοδευτικό και δημοκρατικό Κόμμα ή Κίνημα, όπως το ΠΑ.ΣΟ.Κ. οφείλει να προβληματιστεί προς αυτή τη κατεύθυνση. Οφείλει να μην ακολουθήσει τη πεπατημένη και να μην εγκλωβιστεί στην εύκολη λύση που σερβίρεται από συντηρητικούς κύκλους και από το πιο απαρχαιωμένο και διεφθαρμένο κομμάτι του καθηγητικού κατεστημένου.

  • Ποιο θα ήταν το περιθώριο συναλλαγής μεταξύ πανεπιστημιακών και φοιτητών αν το σύνολο των αποφάσεων λαμβανόταν από πολυμελή συλλογικά όργανα και όχι από πρόσωπα που συγκεντρώνουν υπερβολική εξουσία (Πρύτανης, Κοσμήτορας, Πρόεδρος, Διευθυντής Τομέα-Εργαστηρίου-Κλινικής, Επιστημονικός Υπεύθυνος, κλπ)
  • Ποια θα ήταν τα περιθώρια συναλλαγής αν οι εξωτερικές (ευρωπαϊκά, ερευνητικά, ή επιχειρηματικά προγράμματα) ή παράπλευρες πηγές χρηματοδότησης (Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας, Εταιρίες Διαχείρισης & Αξιοποίησης Περιουσίας, κλπ) τελούσαν υπό τον ετήσιο εποπτικό έλεγχο υπηρεσιών όπως το Σ.Δ.Ο.Ε. ή το Σώμα Ορκωτών Λογιστών; Δηλαδή αν ασκούνταν πραγματικός έλεγχος όχι στη σκοπιμότητα, αλλά στο πραγματικό αντικείμενο και το περιεχόμενο κάθε δαπάνης.
  • Αλήθεια ποια θα ήταν η δυνατότητα εξαγοράς ψήφων αν υπήρχε ένα αδιάβλητο σύστημα εισαγωγής στα μεταπτυχιακά προγράμματα; Αν δεν είχαν αυξημένο ρόλο οι συστατικές επιστολές ή η συνέντευξη; Ποιος υποψήφιος και για ποια θέση θα μπορούσε να υποσχεθεί το οτιδήποτε αν υπήρχε μια εθνική βάση ερωτήσεων ανά επιστημονικό αντικείμενο από την οποία τυχαία θα αντλούνταν ερωτήσεις για τη πραγματοποίηση εξετάσεων για την εισαγωγή σε μεταπτυχιακά προγράμματα, με την ευθύνη εθνική επιτροπής, η οποία να προκύπτει με κλήρωση από τις Συγκλήτους ή τις Γενικές Συνελεύσεις Τμήματος των Ιδρυμάτων.
  • Ποια θα ήταν η αξία των Πρυτανικών εκλογών αν το σύνολο των εξουσιών περνούσε στις Συγκλήτους και όχι στα ολιγομελή Πρυτανικά Συμβούλια;
  • Ποιος θα ήταν ο ρόλος των παρατάξεων αν οι ακαδημαϊκοί δεν επιζητούσαν χρίσματα κομμάτων ή αν τα κόμματα και οι εκάστοτε Υπουργοί Παιδείας δεν επιζητούσαν φιλικές προς αυτούς διοικήσεις για να επιβραβεύουν και να υιοθετούν τις μεταρρυθμίσεις τους;
  • Ποια θα ήταν η ανάγκη προσπορισμού από τον οποιοδήποτε υποψήφιο κάποιας παράταξης ή μέρους («ομάδας» στη κομματική ορολογία) αυτής (όπως είναι το σύνηθες στα μεγάλα κεντρικά πανεπιστήμια, ανάλογα με τους εσωκομματικούς υποστηρικτές κάθε υποψηφίου) αν δεν υπήρχε η Σύνοδος των Πρυτάνεων; Αν δεν υπήρχε αυτή η απαράδεκτη δοσοληψία μεταξύ Πρυτάνεων και Υπουργών; αν δεν υπήρχε η σχεδόν αυτόματη διαδρομή από τις ηγεσίες των Πανεπιστημίων στο πολιτικό στίβο;

Δυστυχώς η όλη συζήτηση για τη φοιτητική εκπροσώπηση είναι ύποπτη. Η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και οι πανεπιστημιακοί που την ανοίγουν δε στοχεύουν στη κάθαρση και την εξυγίανση των πανεπιστημίων. Στοχεύουν στο περιορισμό της διαφάνειας στα ιδρύματα. Στοχεύουν στο να περάσει ο απόλυτος έλεγχος στο καθηγητικό κατεστημένο, που με ευθύνη των Κυβερνήσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. έχει συγκεντρώσει υπέρμετρη διοικητική, οικονομική και πολιτική εξουσία.

Προκειμένου να εξαγοραστεί ένας «χαμηλής ηθικής» φοιτητής απαιτείται κάποιος να έχει να του προσφέρει κάτι και να έχει και τη πεποίθηση ότι δε κινδυνεύει να πιαστεί ή να εκτεθεί κατά οιονδήποτε τρόπο. Το μεγάλο θεσμικό πρόβλημα της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης δεν είναι η συμμετοχή των φοιτητών. Είναι τα άπειρα στεγανά τα οποία έχουν διαμορφωθεί με τη πάροδο των ετών. Η πολύπλοκη νομοθεσία. Η ισχυρή παρέμβαση οικονομικών παραγόντων χωρίς θεσμικό πλαίσιο. Η χαλαρή εφαρμογή των νόμων όταν πρόκειται να διωχθούν πανεπιστημιακοί, η ασυλία των ιδρυμάτων, εργαστηρίων, ινστιτούτων, κλινικών, μεταπτυχιακών προγραμμάτων, τμημάτων και υπηρεσιών έναντι οποιασδήποτε ανεξάρτητης, κρατικής ή δικαστικής αρχής ελέγχου.

Τα φαινόμενα εξαγορών και εκβιασμών στα οποία εμπλέκονται φοιτητές έχουν και τα ανάλογα τους στο χώρο των καθηγητών. Δηλαδή οι καθηγητές χαμηλών βαθμίδων ή όσοι επιζητούν να μετάσχουν σε ερευνητικά ή μεταπτυχιακά προγράμματα βρίσκονται σε οικονομική ή επιστημονική εξάρτηση από τους διάφορους Διευθυντές και επιστημονικούς υπευθύνους.

Τέλος, αλήθεια ποιος είναι ο ρόλος των πολιτικών κομμάτων σε όλη αυτή την υπόθεση; Επιχειρούν ή δεν επιχειρούν τα στελέχη τους να ασκήσουν επιρροή στις πολιτικές-φοιτητικές παρατάξεις; Διατηρούν στο εσωτερικό τους μεγάλο αριθμό καθηγητών πανεπιστημίων οι οποίοι δε παίζουν μόνο ιδεολογικό ή πολιτικό ρόλο στα εσωτερικά των ιδρυμάτων τους; Διατηρούν οι εκάστοτε Υπουργοί προνομιακή σχέση με σειρά ακαδημαϊκών τους οποίους μισθοδοτούν ως συμβούλους ή ως μέλη επιστημονικών επιτροπών;

Τα πολιτικά κόμματα δεν υποδαυλίζουν μόνο με αυτού του είδους τις επαφές τα φαινόμενα διαφθοράς. Τα πολιτικά κόμματα ή υπουργοί ή βουλευτές με ποια κριτήρια επιλέγουν το νέο πολιτικό και στελεχιακό τους δυναμικό; Το επιλέγουν με βάση την αξιοκρατία και τη συμβολή του κάθε νέου φοιτητή-συνδικαλιστή στη πολιτική διαβούλευση, στη δημοκρατική λειτουργία των ιδρυμάτων, στις ιδεολογικές και συνδικαλιστικές μάχες, που δίνει στα αμφιθέατρα για τα δικαιώματα των συμφοιτητών του και το καλό της εκπαίδευσης;

Η απάντηση είναι όχι. Τις περισσότερες φορές η επιλογή γίνεται είτε με εσωκομματικά κριτήρια συσχετισμών, είτε με βάση το ρόλο του καθενός στη στήριξη συγκεκριμένων προσώπων «κοινής αποδοχής» (μεταξύ πολιτικού και φοιτητικής παράταξης) στα αξιώματα και τις θέσεις ευθύνης των ιδρυμάτων. Ενίοτε με βάση την «ευλυγισία» στις προσταγές τους για αυτές τις επιλογές.

Όποιος κατηγορεί μόνο τους φοιτητές για «βρώμικες» συναλλαγές στο εσωτερικό των ιδρυμάτων λέει κάτι λιγότερο από τη μισή αλήθεια. Ουσιαστικά προσπαθεί να εφαρμόσει το «πονάει χέρι, κόβει χέρι». Αλήθεια μίλησε ποτέ κανείς για κατάργηση της δικαστικής εξουσίας, επειδή υπάρχουν διεφθαρμένοι δικαστικοί? Μίλησε κανείς για κατάργηση του συνδικαλισμού, επειδή υπάρχουν διεφθαρμένοι συνδικαλιστές? Μίλησε κανείς για κατάργηση της δημοκρατίας, επειδή υπάρχουν διαφθαρμένοι πολιτικοί? Μίλησε κανείς για κατάργηση των εκλογών επειδή κάποιοι εκλέγουν και εκλέγονται με βάση τα ρουσφέτια? Κανείς, ποτέ. Άρα γιατί κάποιοι μιλάνε με «ελαφρά τη καρδία» για κατάργηση ή δραματικό περιορισμό (σε βαθμό που να γίνεται συμβολική) της φοιτητικής εκπροσώπησης;

Η απάντηση σε ότι αφορά τη θεσμική λειτουργία των Ιδρυμάτων είναι μια επίπονη διαδικασία. Έχει να κάνει με την αυτονομία τους, που πρέπει να εμβαθύνει. Με την σημασία τους για την επιστημονική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Με τις ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας. Με την σύνδεση με την αγορά εργασίας και με το σύγχρονο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Η φοιτητική συμμετοχή από μόνης της ούτε λύνει, ούτε εντείνει κάποιο πρόβλημα. Η μείωση της απλώς ανοίγει το δρόμο σε συντηρητικές επιλογές. Σε μεγαλύτερο εναγκαλισμό από το Κράτος και την αγορά. Στη κυριαρχία ανεξέλεγκτων φατριών, που συγκρούονται για διανομή της περιουσίας και τη νομή των πόρων των ιδρυμάτων.

Η λύση σε αυτά τα φαινόμενα, οφείλει να στηριχτεί τόσο σε μια συνολική αναβάθμιση και αναγέννηση του αξιακού μοντέλου της κοινωνίας μας. Μια νέα επανάσταση ιδεών, αρχών και αξιών, η οποία πιστεύω ότι σε παλιότερες εποχές, θα περιμέναμε να ξεκινήσει από την ίδια τη πνευματική ηγεσία, και όχι από «κυβερνητικά παπαγαλάκια», με επίκεντρο τη φοιτητική συμμετοχή και την αιώνια φοίτηση.

Εκτιμώ ότι απαιτείται συνολική αλλαγή του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν τα κόμματα και στον τρόπο με τον οποίο παρεμβαίνουν στο εσωτερικό των διαφόρων θεσμών. Παράλληλα αλλαγή στο τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η πολιτική αντιπαράθεση, όπου κυριαρχεί η καλλιέργεια εντυπώσεων, ο τακτικισμός, η άγρα ψήφων και όχι η ουσία.

Δυστυχώς, πολλοί νέοι και φιλόδοξοι συνδικαλιστές που ασχολούνται με τα κοινά, μόλις αντιληφθούν τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η ανέλιξη στελεχών στο εσωτερικό των κομμάτων, αλλά και πως διεξάγεται το συνολικό πολιτικό «παιχνίδι» στις εκλογές, είτε είναι βουλευτικές, είτε δημοτικές, όπου δεν εκλέγονται πάντα οι αξιότεροι, αλλά αυτοί που έχουν μεγαλύτερη «ρουσφετολογική παράδοση» ή κατάλληλες διασυνδέσεις, καταλήγουν να υποκύπτουν σε ανάλογες δελεαστικές προσφορές.

Ταυτόχρονα εκτός από αυτή τη μακροπρόθεσμη πολιτική που αφορά ολόκληρο το πολιτικό κόσμο η επίλυση αυτού του φαινομένου όπως και σε πολλά άλλα έχει δυο οδούς. Η πρώτη αφορά μια σε βάθος θεσμική μεταρρύθμιση στη λειτουργία των ιδρυμάτων και η δεύτερη αφορά τις ίδιες τις φοιτητικές παρατάξεις και την πιο ενεργή συμμετοχή των φοιτητών. Μια συμμετοχή που πρέπει να προκαλέσει η ίδια η κοινωνία. Μια συμμετοχή που θα επιτευχθεί αν όλοι σηκωθούν από το καναπέ τους.

Στα Ανώτατα Ιδρύματα οφείλει να ενισχυθεί η συλλογική δημοκρατική λειτουργία και η διαφάνεια. Όλες οι εξουσίες πρέπει να περάσουν σε πολυμελή συλλογικά όργανα. Οι εκλογικές διαδικασίες πρέπει να γίνονται με διαφάνεια και δημόσια διαβούλευση. Η πραγματική φοιτητική εκπροσώπηση δεν καταξιώνεται κάθε δυο-τρια χρόνια στις εκλογές. Η φοιτητική εκπροσώπηση καταξιώνεται και μπορεί να εκπληρώσει το ρόλο της μέσα στα όργανα συνδιοίκησης. Σήμερα η συμμετοχή αυτή είναι στο 50% και οφείλει να διευρυνθεί. Αυτή η μικρή συμμετοχή απαξιώνει τη καθημερινή διαβούλευση, τη παραγωγή προτάσεων και τη ανάληψη πρωτοβουλιών και αναδεικνύει ως σημαντικές, υπέρ του δέοντος, μόνο τις εκλογικές διαδικασίες (κάτι τέτοιο γίνεται και στα κόμματα…)

Επίσης πρέπει να ενισχυθεί η συμμετοχή των φοιτητών πέρα από τα όρια των φοιτητικών παρατάξεων. Έτσι οι συνεδριάσεις όλων των οργάνων οφείλουν να είναι δημόσιες και να μπορούν να καταθέτουν έγγραφες προτάσεις όσοι φοιτητές το επιθυμούν. Παράλληλα στα όργανα και τις επιτροπές στις οποίες σήμερα δε μετέχουν φοιτητές πρέπει να γίνει πρόβλεψη για τη συμμετοχή τους σε σημαντικό ποσοστό. Ώστε να ασκούν έλεγχο και να υποχρεώνουν όλους όσους έχουν εξουσία να λογοδοτούν για τη διαχείριση της.

Τέλος ο ρόλος των φοιτητικών συλλόγων πρέπει να αναβαθμιστεί. Στις μέρες μας, με τη πολυπλοκότητα της λειτουργίας των ιδρυμάτων, η οποία οφείλεται στη λειτουργία μέσα στο ίδιο ίδρυμα πολλών νομικών προσώπων, με τη πολυνομία που διέπει τη λειτουργία των ΑΕΙ, με τα στεγανά των διοικητικών & τεχνικών υπηρεσιών των ιδρυμάτων, κλπ, είναι αδύνατο οι Σύλλογοι Φοιτητών να ανταποκριθούν στο ρόλο τους χωρίς γραμματειακή, οικονομική και επιστημονική (οικονομοτεχνική, νομική) υποστήριξη.

Ειδικά το ΠΑΣΟΚ στα πλαίσια της ανασυγκρότησης της Ν. ΠΑΣΟΚ οφείλει να διατυπώσει και μια νέα στρατηγική για την αναμόρφωση του Φοιτητικού Κινήματος. Να οδηγήσει το σύνολο του προοδευτικού φοιτητικού κόσμου και της νεολαίας σε νέες ατραπούς και μοντέλα συμμετοχής.

Σε ότι αφορά τις εκλογικές διαδικασίες η συμμετοχή των φοιτητών πρέπει να φτάσει το 100%. Το 50% να γίνεται μέσω των φοιτητικών παρατάξεων και το υπόλοιπο 50% με κάλπη από όλους τους φοιτητές. Επίσης θα πρέπει οι εκλέκτορες να προκύπτουν με βάση των αριθμό των φοιτητών και όχι με βάση τον αριθμό των καθηγητών που μετέχουν σε κάθε Τμήμα. Τέλος θα πρέπει η ψηφοφορία της κάλπης να σταθμίζεται ανάλογα με τη συμμετοχή…ώστε να αποφευχθεί το φαινόμενο στα τμήματα που υπάρχει υποψήφιο μέλος ΔΕΠ, να ψηφίζουν οι φοιτητές του μαζικά και αλλού να υπάρχει αδιαφορία. Είναι προφανές ότι πρέπει να αποφευχθεί σε κάθε περίπτωση ο γενικευμένος εκμαυλισμός των φοιτητών.

Η ενίσχυση της αυτοδιοίκησης των ιδρυμάτων. Η συμμετοχική δημοκρατία και κοινωνική λογοδοσία δε μπορεί να έχει στεγανά. Δε μπορεί να μη βρίσκει εφαρμογή σε ένα χώρο, όπου επιβάλλεται η ακαδημαϊκή συνεννόηση, η δημοκρατική λειτουργία και η διαφάνεια. Ας μη ξεχνάμε ότι από τα Ιδρύματα μας δε περιμένουμε μόνο υψηλού επιπέδου διδασκαλία και επιστημονική έρευνα, αλλά και διαδικασίες αμφισβήτησης, προβληματισμού για τα προβλήματα του κόσμου και της κοινωνίας μας. Περιμένουμε την ανάδειξη πνευματικής ηγεσίας με αρχές και αξίες. Περιμένουμε την ανάδειξη νέων οραμάτων και ιδεολογιών. Αυτό δε μπορεί να γίνει με έντονο τεχνοκρατισμό, με εντατικοποίηση των σπουδών, με ανταγωνιστικές και οικονομοκεντρικές λογικές. Δε μπορεί να γίνει με επιφανειακές συζητήσεις, κινήσεις εντυπωσιασμού και λύσεις στο πόδι, όπως κάνει η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2005

31 Χρόνια ΠΑ.ΣΟ.Κ.: Οραματική συνέχεια. Οι νέοι πάλι στο προσκήνιο

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. πρόσφατα συμπλήρωσε 31 χρόνια από την ίδρυση του. Από της 3 Σεπτέμβρη του 1974, όπου ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου υλοποίησε μια μεγάλη ιστορική επιλογή. Την ίδρυση ενός νέου πολιτικού Κινήματος με σαφή ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά. Ενός κόμματος που έθετε πολιτικά ζητήματα στην ελληνική κοινωνία και έδινε ομπρέλα σε όλες τις πολιτικές δημοκρατικές δυνάμεις και τις αντι-φασιστικές κινήσεις της προ-δικτατορικής περιόδου.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ενστερνίστηκε μεγάλο μέρος των αναλύσεων και της κοσμοθεωρίας των κομμουνιστικών κομμάτων, παντρεύοντας τες με τις αρχές και τους στόχους της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Παράλληλα έβαλε σε πρώτο πλάνο την ξεχασμένη Ελλάδα. Τον έλληνα εργάτη, υπάλληλο, αγρότη, φοιτητή, επιστήμονα, που υπέφερε από το αγκυλωμένο κομματικό και φεουδαρχικό κράτος, και τις κάθε λογής τοπικές εξουσίες «πεφωτισμένων» προυχόντων.

Η προοδευτική αριστερή ιδεολογία, τα κινήματα προάσπισης των δημοκρατικών ελευθεριών, η ελπίδα του απλού πολίτη, η αγωνία για πρόοδο του έλληνα αστού και η απαίτηση για χειραφέτηση και απεξάρτηση της χώρας, εκφράστηκαν στην Διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. μετά από 31 χρόνια άλλαξε την Ελλάδα. Η Ελλάδα της μιζέριας, της φτώχιας, του χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και του «ανήκομε εις τη Δύση», έγινε η Ελλάδα της δημοκρατίας, της εθνικής ενότητας, των ίσων ευκαιριών, της αναβάθμισης του βιοτικού επιπέδου, της ανάπτυξης, της διεθνούς αναγνώρισης, της Ευρώπης.

Σήμερα, η χώρα μας αντιμετωπίζει νέες προκλήσεις. Σήμερα ο εθνικός ή κρατικός έλεγχος της οικονομίας και της παραγωγής, η εθνική ανεξαρτησία και κυριαρχία, η αντισυμβατική και πολύπλευρη εξωτερική πολιτική δεν είναι αρκετά για να διασφαλίσουν τη θέση της χώρας και το μέλλον του λαού μας. Σήμερα η πρόκληση της παγκοσμιοποίησης θέλει νέα εργαλεία, νέα μέσα και νέες πολιτικές προτάσεις για να αντιμετωπιστεί.

Τα νέα προβλήματα, της διακύμανσης της παγκόσμιας οικονομίας, της μεγάλης ισχύος των πολυεθνικών επιχειρήσεων, των μεγάλων περιβαλλοντικών καταστροφών, της φτώχιας, του πολέμου, της μετανάστευσης, δεν αντιμετωπίζονται με εθνικές πολιτικές. Οι διεθνείς οργανισμοί και οι διακρατικές ενώσεις διαδραματίζουν διαρκώς μεγαλύτερο ρόλο.

Αυτή η νέα πραγματικότητα εγκυμονεί κινδύνους, αλλά επιφυλάσσει και πολλές ευκαιρίες. Ευκαιρίες για χώρες που διαθέτουν πολυπρόσωπη εξωτερική πολιτική και διαδραματίζουν ενεργό ρόλο στη διεθνή σκηνή. Χώρες με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, και πολιτικές αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού και των συγκριτικών τους πλεονεκτημάτων. Με ενίσχυση της καινοτομίας, των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών και της παραγωγής ή μεταφοράς τεχνολογίας.

Όλα τα παραπάνω επιβάλλουν την ανάπτυξη ενός νέου εθνικού σχεδίου. Ενός σχεδίου όχι μόνο αναπτυξιακού, αλλά και μεταρρυθμιστικού. Φυσικά η «λαίλαπα» των νέο-δημοκρατικής έμπνευσης μεταρρυθμίσεων δεν έχει καμία σχέση με τις πραγματικές ανάγκες της χώρας. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις είναι καθαρά ταξικές. Δεν αυξάνουν την ανάπτυξη και δε βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα. Απλώς μετακυλύουν το κόστος της παγκοσμιοποίησης στους αδύνατους και τα οφέλη από την όποια οικονομική πρόοδο στη κερδοφορία των μεγάλων επιχειρήσεων.

Το νέο πραγματικά μεταρρυθμιστικό σχέδιο για τη χώρα απαιτεί τομές στη δημόσια διοίκηση, δυναμική αποκέντρωση υπηρεσιών, πόρων και υποδομών, ενίσχυση της κοινωνικής διαβούλευσης, σε τοπικό επίπεδο, για τη λήψη αποφάσεων και εμβάθυνση της κοινωνικής λογοδοσίας και απόδοσης των αποφάσεων κάθε μορφής αιρετής εξουσίας.

Όλα αυτά απαιτούν το μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας. Απαιτείται μια κοινωνία ανοιχτή, μια κοινωνία συλλογική, μια κοινωνία συνεκτική με ενότητα και εθνικούς στόχους. Έτσι οι σύγχρονες προκλήσεις επιβάλουν να γίνει μια επανάσταση στο τρόπο με τον οποίο αξιολογούμε την ατομική και τη συνολική πρόοδο. Στη σχέση μας με τη πολιτική και τους αιρετούς άρχοντες. Στην επαφή μας με τη διεθνή πολιτική σκηνή και τις παγκόσμιες εξελίξεις. Στη συμμετοχή μας στα κινήματα διεκδίκησης των δικαιωμάτων μας, έναντι κάθε επιβουλής, που προέρχεται από την πολιτική ή την οικονομική εξουσία. Στην ατομική μας ευθύνη για τον αγώνα για ένα καλύτερο κόσμο. Έναν κόσμο χωρίς αλόγιστη σπατάλη φυσικών πόρων και περιβαλλοντικές καταστροφές. Χωρίς φτώχια, ανεργία και ανισότητες.

Αυτές οι νέες εθνικές ανάγκες είναι που κάνουν επιτακτική σήμερα την αναγέννηση της μεγάλης δημοκρατικής παράταξης. Αυτές οι επιδιώξεις επιβάλουν στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. να ξαναγίνει και πάλι ένα πρωτοπόρο κοινωνικό και λαϊκό κίνημα. Η πρόσφατη ομιλία του Προέδρου μας Γιώργου Παπανδρέου έδωσε το στίγμα και οριοθέτησε τους νέους στόχους. Στόχους που καλείται να υπηρετήσει σε πρώτη φάση η οργάνωση του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Οργάνωση η οποία επί χρόνια ταλαιπωρήθηκε από άγονες, απολιτικές και προσωποκεντρικές αντιπαραθέσεις. Οργάνωση που απώλεσε τον παρεμβατικό της ρόλο και υποβαθμίστηκε σε μηχανισμό εξυπηρέτησης συμφερόντων και αναρρίχησης στη κρατική μηχανή. Οργάνωση η οποία σταδιακά απαξιώθηκε συμπαρασύροντας και την αξιοπιστία ακόμα και του ίδιου του πολιτικού συστήματος, αφού το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ήταν το μόνο προοδευτικό παλλαϊκό κίνημα, που δραστηριοποιήθηκε σε μια τόσο ευρεία χρονική περίοδο με αδιασάλευτη Δημοκρατία.

Βέβαια, η οργάνωση δεν μπορεί να αλλάξει από τη μια μέρα στην άλλη. Δε μπορεί ως δια μαγείας να αποτινάξει τα σύνδρομα του κυβερνητισμού και της εξουσιολαγνείας. Μπορεί όμως να κάνει όλα τα βήματα που απαιτούνται για να το επιτύχει. Η αρχή έγινε με την αλλαγή της οργανωτικής δομής στο 7ο Συνέδριο και την εκλογή των νέων οργάνων. Νέα όργανα τα οποία δε μένουν ανενεργά ή όργανα χρισμάτων και σφραγίδας. Όργανα που δε καλούνται να εξυπηρετήσουν ιδιοτελείς σκοπούς. Καλούνται να αναδείξουν τα καθημερινά προβλήματα του έλληνα. Καλούνται αγωνιστούν για τα δικαιώματα των κατοίκων κάθε τοπικής κοινωνίας. Καλούνται να διαμορφώσουν τη νέα πρόταση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. για τη διακυβέρνηση της χώρας.

Η επανίδρυση του κομματικού χώρου του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Η διεύρυνση της συμμετοχής των πολιτών, η ενεργοποίηση κάθε κοινωνικής ομάδας σε όλη τη προσπάθεια για την ανασύνταξη των προοδευτικών δυνάμεων και την αναγέννηση της χώρας, είναι κεντρικές πολιτικές επιλογές του Κινήματος και του Προέδρου του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Γιώργου Α. Παπανδρέου. Η επίτευξη αυτού του σκοπού σε κάθε περίπτωση απαιτεί την ενεργή συμμετοχή της ελληνικής νεολαίας. Της νεολαίας η οποία σε κάθε κρίσιμη χρονική συγκυρία αποτελεί τη κινητήρια δύναμη για κάθε ουσιαστική εξέλιξη.

Έτσι, όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου ενέπνευσε ένα νέο όραμα στις γενιές του «114» και του Πολυτεχνείου και μαζί τους θεμελίωσε τη μεγάλη πορεία της «Αλλαγής» το ’81, ο Γιώργος Παπανδρέου, από την αρχή που ανέλαβε την ηγεσία του Κινήματος, καλεί τους νέους να θεμελιώσουν μαζί του το νέο ΠΑ.ΣΟ.Κ. και να αλλάξουν την Ελλάδα.

Πρώτο βήμα για την πορεία αυτή και τη φυγή προς το μέλλον ήταν η σημαντική απόφαση της ανασυγκρότησης της κομματικής οργάνωσης της νεολαίας του κινήματος από μηδενική βάση. Μια απόφαση διορατική και θαρραλέα. Μια απόφαση που έθεσε στο περιθώριο τα εσωκομματικά χαρακώματα και καταβαράθρωσε προσωποκεντρικές στρατηγικές και φιλοδοξίες.

Η απόφαση του Γιώργου Παπανδρέου δεν ήταν μια τοποθέτηση υπέρ ή εναντίον κάποιας από τις πλευρές, που κατά περιόδους συγκρούονται στη Ν. ΠΑ.ΣΟ.Κ. Δεν ήταν μια τοποθέτηση στα εσωτερικά παζαρέματα και στις αλληλοσυγκρουόμενες επιδιώξεις και στρατηγικές. Ήταν μια τοποθέτηση πάνω σε ένα νέο αντικείμενο. Ήταν μια επιθετική θέση με στόχο την καλλιέργεια μιας άλλης νοοτροπίας, την αλλαγή ρόλου, την οριοθέτηση νέων στόχων και την χάραξη νέων κατευθύνσεων για τη νέα οργάνωση της νεολαίας του Κινήματος. Εγγύηση γι αυτό είναι η μηδενική αφετηρία, ο στόχος για επανίδρυση της κομματικής οργάνωσης της νεολαίας του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Ο Γιώργος Παπανδρέου με την επιλογή αυτή επιχειρεί να γυρίσει σελίδα σε μια μακρά περίοδο μη πολιτικής δράσης και στασιμότητας. Ανοίγει μια σελίδα συμμετοχής, συστράτευσης και ανιδιοτελούς προσφοράς για την επίτευξη όλων των αναγκαίων αλλαγών.

Όποιος «διαβάζει» την απόφαση του Προέδρου του Κινήματος με λογικές από το παρελθόν, το μόνο το οποίο εξασφαλίζει είναι πρόσκαιρους πανηγυρισμούς «γηπεδικού» επιπέδου. Συνεχίζει να ρίχνει νερό στο μύλο της διαίρεσης και των αντεγκλήσεων, χωρίς προφανές όφελος για το Κίνημα ή για τη κοινωνία. Εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται τη σχέση του με τη κομματική δράση ως μια λογική επικράτησης και αποκλεισμών, ως μια στρατηγική προσωπικής προβολής και ανέλιξης.

Ταυτόχρονα, όποιος αντιμετωπίζει τη πρωτοβουλία αυτή με φοβικότητα για το «ατομικό του μέλλον» και τις «προοπτικές» που είχε διαμορφώσει για την ανέλιξη του. Λειτουργεί κοντόφθαλμα και με ιδιοτέλεια. Τα προοδευτικά πολιτικά κόμματα και οι κινηματικές οργανώσεις πολιτικής δράσης δε λειτουργούν στα μέτρα του «αναστήματος» του καθενός. Υπηρετούν ιδέες και αξίες, εν προκειμένου υπηρετούν τη μεγάλη δημοκρατική παράταξη, τη πλειοψηφία των Ελλήνων. Έτσι, το σύνολο αυτών των συμπεριφορών είναι μια στροφή προς το παρελθόν. Είναι μια επιλογή που πρέπει να εγκαταλείψουν και οι τελευταίοι αμετανόητοι σύντροφοι.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. έχει ανάγκη από ενιαία δράση, πολιτική αναγέννηση και αναβάθμιση της διαλεκτικής και του προβληματισμού στο εσωτερικό του. Έχει ανάγκη από μια στροφή προς τη κοινωνία και τα προβλήματα των πολιτών. Έχει υποχρέωση να εγκαταλείψει την όποια εσωστρέφεια και να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του λαού και τις ανάγκες της χώρας. Σε αυτό το δρόμο όλοι είμαστε απαραίτητοι «κανείς δεν είναι τόσο μεγάλος για να τα καταφέρει μόνος του και κανείς δεν είναι τόσο ασήμαντος για να μην είναι χρήσιμος.»

Αλλάζουμε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. για να αλλάξουμε την Ελλάδα.