Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Ομιλία στο Περιφερειακό Συντονιστικό Συμβούλιο Κρήτης Δημοκρατικής Συμπαράταξης



ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗΣ
ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ
Περιφερειακού Συντονιστικού Συμβουλίου Κρήτης Δημοκρατικής Συμπαράταξης …στην πορεία προς την Συνδιάσκεψη
Ηράκλειο Κρήτης, 09.05.2016

Αγαπητές φίλες και φίλοι,
συντρόφισσες και σύντροφοι,
σας καλωσορίζω στην σημερινή πολιτική μας συζήτηση, που διεξάγεται στο πλαίσιο της πορείας της Δημοκρατικής Συμπαράταξης προς την Συνδιάσκεψη της.
Έχουν περάσει περίπου 10 μήνες από τότε που, το ΠΑ.ΣΟ.Κ., η ΔΗΜ.ΑΡ. και οι Κινήσεις Πολιτών για την Σοσιαλδημοκρατία, αποφάσισαν να συγκροτήσουν μια πολιτική-εκλογική συμμαχία, με σκοπό να αποτελέσει την εναλλακτική λύση στην καταστροφική πολιτική της Κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τις συντηρητικές και πλέον νεοφιλελεύθερες δοξασίες της Νέας Δημοκρατίας.
Μια συμμαχία, την «Δημοκρατική Συμπαράταξη», που συμμετείχε στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, επιτυγχάνοντας, για πρώτη φορά, να ανακόψει την καθοδική πορεία της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, που καταγράφηκε αρχικά το 2012 και συνεχίστηκε μέχρι και τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015.
Σήμερα, καλούμαστε, όλοι εμείς να κάνουμε ακόμα ένα βήμα. Δηλαδή να διαμορφώσουμε μια νέα πολιτική πρόταση του χώρου της Σοσιαλδημοκρατίας, από κοινού με την Μεταρρυθμιστική Ευρωπαϊκή Αριστερά, την Πολιτική Οικολογία και το Ριζοσπαστικό Κέντρο.
Μια πρόταση που θα βγάζει την χώρα οριστικά από την ηθική, θεσμική, πολιτική, οικονομική και κοινωνική κρίση των τελευταίων ετών.

Η διαμόρφωση αυτής της πρότασης δεν είναι μόνο προαπαιτούμενο για να πετύχει το εγχείρημα της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, εκλογικά. Είναι, κυρίως, προαπαιτούμενο προκειμένου να διαμορφώσουμε μια νέα σύγχρονη σοσιαλδημοκρατική παράταξη, και φυσικά, για να δώσουμε προοπτική στην χώρα.

Είναι προαπαιτούμενο για να στεφτεί με επιτυχία ο διάλογος που έχει ξεκινήσει ήδη, με όλο το φάσμα των κεντρώων και αριστερών ευρωπαϊκών δυνάμεων του τόπου μας, μέσα από την Επιτροπή Θέσεων και Διαλόγου για τις Προοδευτικές Μεταρρυθμίσεις.

Είναι γνωστό, και ιστορικά, ότι ο ευρύτερος χώρος της δημοκρατικής παράταξης δεν μπορεί να υπάρξει μέσα απλές συγκολλήσεις προσώπων, μηχανισμών, φιλοδοξιών.

Πάντοτε, η προοδευτική παράταξη δυνάμωνε και έδινε λύσεις, όταν στηριζόταν σε ένα πλαίσιο αρχών και αξιών, διαμορφώνοντας παράλληλα ένα όραμα για την χώρα.

Ένα όραμα που έδινε ελπίδα και προοπτική σε κάθε Ελληνίδα και Έλληνα.

Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια περιοριστικών πολιτικών έντονης λιτότητας, αλλά και μετά την απόλυτη απογοήτευση της κοινωνίας από τους θιασώτες των «εύκολων λύσεων» και τους προπαγανδιστές με τα «παχιά λόγια», δεν έχουμε το δικαίωμα να αποτύχουμε!

Γι’ αυτό, το όραμα της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας και η πρόταση της προς του Έλληνες, δεν μπορεί   να συγκροτείται από επιμέρους πελατειακές ή συντεχνιακές υποσχέσεις, διευθετήσεις συμφερόντων, βερμπαλιστικά συνθήματα ή …πολιτικά αφελείς προτάσεις, όπως πρόσφατα χαρακτήρισε ο Πρωθυπουργός ολόκληρη την πολιτική ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ από το 2011 μέχρι σήμερα…

Το όραμα μας πρέπει να είναι ένα πλαίσιο προτάσεων που θα απαντά με μεθοδικότητα σε πραγματικά προβλήματα, αλλά και θα θέτει ρεαλιστικούς στόχους για το μέλλον της χώρας. Αυτό καλούμαστε να ξεκινήσουμε στην επερχόμενη συνδιάσκεψη, αλλά και να το συνεχίσουμε μέχρι τις επόμενες εκλογές, όποτε και αν αυτές γίνουν.

Τελικός, στόχος, όλης αυτής της πολιτικής διαδικασίας, τουλάχιστον για εμάς στις Κινήσεις Πολιτών, είναι η συγκρότηση ενός νέου ενιαίου πολιτικού φορέα με συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις, εκλεγμένη ηγεσία και ενιαία αιρετά συλλογικά όργανα, που θα δώσει στον χώρο μας δυνατότητα παρέμβασης στις εξελίξεις αλλά και στον λαό μας μια νέα προοπτική.

Η οργανωτική-εκλογική αφετηρία για αυτή την προσπάθεια ήταν οι εκλογές της 25ης Σεπτεμβρίου. Η ουσιαστική πολιτική αφετηρία, όμως, γίνεται εδώ και μερικούς μήνες, με την συγκρότηση των ομάδων εργασίας για την επεξεργασία των επιμέρους προτάσεων, που θα συζητηθούν στην συνδιάσκεψη, και με την συγκρότηση των Περιφερειακών Συντονιστικών Συμβουλίων της Δημοκρατικής Συμπαράταξης σε κάθε Περιφέρεια.

Αυτή η διαδικασία, εδώ στην Κρήτη, έγινε παρουσία της Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Φώφης Γεννημάτα, του Προέδρου της ΔΗΜΑΡ, Θανάση Θεοχαρόπουλου και του εκπροσώπου των «Κινήσεων Πολιτών» Νίκου Διακουλάκη, πριν δυο περίπου μήνες.

 

Αγαπητοί φίλοι και φίλες,

Αυτή η νέα πολιτική πρόταση που επιδιώκουμε να διαμορφώσουμε, προφανώς δεν θα είναι μια πρόταση «εν κενό».

Σίγουρα, οφείλει να πιάνει το νήμα από τις βασικές και θεμελιώδεις αξίες της ελληνικής και ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και να αντιλαμβάνεται την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ελληνική κοινωνία σήμερα, αλλά και στην πολύ χειρότερη που θα βρεθεί σε μερικούς μήνες από τώρα, λόγω της άστοχης, άνευ σχεδίου πολιτικής της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Έτσι, πρέπει να στηριχτούμε στα θετικά που έχει δημιουργήσει αυτός ο χώρος, που κυρίως εκφράστηκε από το ΠΑΣΟΚ, τα τελευταία 40 χρόνια. Αλλά και να ενσωματώσουμε την εμπειρία από τα λάθη, τις στρεβλώσεις, τις παραλείψεις, αλλά και τις ηθικές παρεκτροπές, σε ορισμένες περιπτώσεις όπου αυτό συνέβη.

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ότι πριν την πραγματική «πρώτη φορά αριστερά», το 1981, η χώρα μας δεν είχε κοινωνικό κράτος!

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ότι υπήρχαν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, χωρίς καν συνταξιοδοτική κάλυψη, όπως οι αγρότες.

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ότι η χώρα δεν είχε σύγχρονο οικογενειακό δίκαιο και θεσμοθετημένους κανόνες πραγματικής ισότητας των δύο φύλλων.

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ότι δεν υπήρχε Εθνικό Σύστημα Υγείας, όπως σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα.

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ότι δεν υπήρχαν οι υποδομές παιδείας και έρευνας τέτοιες ώστε η μόρφωση να είναι πραγματικό κτήμα του λαού.

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ότι στην Ελλάδα δεν λειτουργούσε πραγματικά το λεγόμενο «κοινωνικό ανσασέρ», αφού μεγάλα τμήματα της κοινωνίας δεν μπορούσαν να ελπίζουν στην κοινωνική και επαγγελματική ανέλιξη τους.

Στην ουσία, πριν το 1981, η χώρα «άνηκε μεν στην Δύση» & την ΕΟΚ, αλλά δεν ήταν πραγματικό «δυτικό» κράτος. Δηλαδή, δεν ήταν ένα κράτος με όλα τα στοιχεία του κράτους δικαίου και του κοινωνικού κράτους, που είχαν θεμελιωθεί στην τότε λεγόμενη, «Δυτική Ευρώπη».

Όταν, το καλοκαίρι του 2015, σε αυτό το άστοχο και κοστοβόρο για τον λαό και την χώρα δημοψήφισμα που προκάλεσε ο πανικόβλητος κ. Τσίπρας, ταχτήκαμε υπέρ του «ΝΑΙ», δεν το κάναμε γιατί θέλαμε τα νέα μέτρα της «πρότασης Γιούνκερ» των 8δις, που και αυτά θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί.

Αλλά γιατί υπερασπιζόμασταν αυτό το λαϊκό και εθνικό κεκτημένο! Ένα κεκτημένο που θα εξαϋλωνόταν αν η χώρα κατρακυλούσε εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και €.

Αυτή την Ευρωπαϊκή προοπτική θέλαμε να κατοχυρώσουμε, να υπερασπιστούμε και σήμερα να συνεχίσουμε.

Τώρα, λοιπόν, πρέπει να χτίσουμε  τη νέα πρόταση μας βάζοντας πολύ ψηλά την κοινωνική μας πολιτική. Την πολιτική που σε μεγάλο βαθμό μας διαφοροποιεί από τις δυνάμεις του φιλελευθερισμού & της αχαλίνωτης δράσης των αγορών.

Έχοντας στο μυαλό μας αυτές τις παλαιότερες μας επιλογές οφείλουμε να τους δώσουμε ένα σύγχρονο περιεχόμενο. Η νέα πρόταση μας για το κοινωνικό κράτος οφείλει να λαμβάνει υπόψη την τεράστια κοινωνική φθορά που δημιούργησαν οι αναγκαστικές, μέχρι ένα σημείο, πολιτικές λιτότητας και να απαντάει στη «νέα φτώχια» και τη «νέα περιθωριοποίηση» που πλήττει πολλές κοινωνικές ομάδες.

Η πρόταση μας αυτή οφείλει να είναι στοχευμένη, αποτελεσματική, δίκαιη και κυρίως να αξιολογείται για τα πραγματικά της επιτεύγματα.

Πλέον η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατική κοινωνική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται σε επιδόματα και σε μια έμμεση αύξηση του ιδιωτικού εισοδήματος.

Η κοινωνική πολιτική της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να στηρίζεται στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών, που από την μια θα στηρίζουν όσους δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά, αμβλύνοντας τον κοινωνικό αποκλεισμό, αλλά από την άλλη θα δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ίσες ευκαιρίες στην μόρφωση, την γνώση, την επαγγελματική κατάρτιση και την εργασία, ώστε να επανέλθει η δυνατότητα σε όλους να αλλάξουν την κατάσταση στην οποία βρίσκονται.

Ο χώρος της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας απέδειξε ότι και μέσα στην κρίση μπορούν να ασκηθούν τέτοιες πραγματικά αριστερές πολιτικές. Μια τέτοια πολιτική ήταν αυτή του «Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος», που εισήγαγε στο τέλος του 2014 ο Βασίλης Κεγκέρογλου, ως Υφυπουργός Εργασίας, την οποία με συνοπτικές διαδικασίες εξαφάνισε η Κυβέρνηση της λεγόμενης «πρώτης φορά αριστεράς».

Ταυτόχρονα, όμως, η πρόταση μας, που συμπυκνώνεται στον όρο «Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο» πρέπει να δίνει απαντήσεις και στο πως θα παραχθεί ο πλούτος. Γιατί, χωρίς νέο πλούτο δεν μπορεί να θεμελιωθεί το νέο κοινωνικό κράτος, ούτε μπορούν να αμβλυνθούν οι πραγματικές ανισότητες και να δοθούν ίσες ευκαιρίες σε όλους.

Το νέο αυτό κοινωνικό συμβόλαιο θα πρέπει να το διαμορφώσουμε μαζί με την κοινωνία και τους παραγωγικούς φορείς. Και κάνω εδώ μια παρένθεση για να αναφερθώ σε αυτό που βιώσαμε τα χρόνια της κρίσης, δηλαδή στο μοντέλου ενός ανορθολογικού & λαϊκίστικου συνδικαλισμού .

Ενός συνδικαλισμού που ήταν κατεξοχήν συντεχνιακός και μακριά από τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και την εθνική προσπάθεια για την διασφάλιση των γεωπολιτικών κεκτημένων μας, αλλά και τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις που χρειαζόταν η χώρα.

Ενός συνδικαλισμού που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ενίσχυση του «αντιμνημονιακού μετώπου», αφού δεν τέθηκε επικεφαλής των μεγάλων αλλαγών.

Για εμάς, τον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, το συνδικαλιστικό κίνημα και επιμέρους επιστημονικές, επαγγελματικές και επιμελητηριακές οργανώσεις είναι βασικοί εταίροι στην διαμόρφωση του κοινωνικού συμβολαίου.

Χωρίς αυτούς δεν μπορεί να υπάρξει ένα εφαρμόσιμο και δίκαιο κοινωνικό συμβόλαιο και μεγάλης διάρκειας συνεννόηση.

Άρα, σε αυτή την βάση πρέπει να αγωνιστούμε, μέσα από τις τάξεις μας για την διαμόρφωση ενός νέου μοντέλου συνδικαλισμού!

Ενός συνδικαλισμού που θα είναι εθνικός και κοινωνικός. Δηλαδή, που θα θέτει εθνικού επιπέδου προτάγματα μέσα στα οποία θα εντάσσει την ευημερία του κάθε κλάδου και επαγγελματικής τάξης.

Είναι δική μας ευθύνη, της Σοσιαλδημοκρατίας, να απαντήσουμε  σε αυτή την πρόκληση με τις πρωτοβουλίες μας και να ξεπηδήσει από τις τάξεις μας αυτό το νέο συνδικαλιστικό & επαγγελματικό κίνημα.

Κλείνω αυτή την παρένθεση επισημαίνοντας ότι είναι ευθύνη και του συνδικαλιστικού χώρου και των επαγγελματικών ενώσεων να χαράξουμε ένα κοινωνικό συμβόλαιο που θα στηρίζει κυρίως πολιτικές τόνωσης της παραγωγής.

Γιατί, όλοι ξέρουμε, ότι αυτό που οδήγησε στην μεγάλη κρίση, πέρα από τις κακουργηματικές πολιτικές της Κυβέρνησης Καραμανλή, ήταν και η κατάρρευση, σταδιακά μετά το 2002, του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.

Ενός μοντέλου που στηριζόταν κυρίως στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, με δανεικά, και στην παροχή υπηρεσιών μόνο στο εσωτερικό της χώρας.

Ενός μοντέλου που διακρινόταν από την μηδενική ως ελάχιστη σύνδεση της πανεπιστημιακής έρευνας με την επιχειρηματική καινοτομία και την παραγωγή. Και που αρκούνταν στις πολιτικές τεχνητής τόνωσης της ζήτησης (π.χ. με τις επιδοτήσεις για tablets, ή αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού), στην κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα, ή με νομικά τερτίπια στην διαμόρφωση ιδιωτιών μονοπωλίων σε διάφορες δραστηριότητες.

Ενός μοντέλου που πολλές φορές στηριζόταν –και ίσως το κάνει ακόμα- στην «αρπαχτή», την φοροδιαφυγή και την υπερκοστολόγηση προϊόντων και υπηρεσιών.

Σήμερα, σε μια οικονομία που πραγματικά λειτουργεί με πολύ μεγάλη ταχύτητα σε ένα πλήρως παγκοσμιοποιημένο σκηνικό δεν μπορεί να υπάρξει πλούτος χωρίς ανταγωνιστική, καινοτόμα και διαρκώς εξελισσόμενη παραγωγή. Χωρίς ποιοτικά προϊόντα προστιθέμενης αξίας, που θα παράγονται στην Ελλάδα και θα διακινούνται σε όλο τον κόσμο. Χωρίς επιχειρηματική δημιουργία και επιχειρηματικότητα ευκαιρίας.

Για να το πετύχουμε αυτό είναι θεμελιώδης όρος η προσέλκυση ξένων επενδύσεων σε τομείς στους οποίους η χώρα μας έχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, αλλά και στους οποίους υπάρχει ενεργή διεθνής ζήτηση.

Αυτό όμως δεν φτάνει! Αν θέλουμε να σταθούμε ξανά στα πόδια μας θα πρέπει να αξιοποιήσουμε και το δυναμικό που υπάρχει ήδη στην Ελλάδα, αλλά και τους δεκάδες χιλιάδες Έλληνες που έφυγαν στο εξωτερικό!

Είναι επιτακτική ανάγκη να προχωρήσουμε σε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, όχι μόνο διοικητικού τύπου που θα περιορίζουν την γραφειοκρατία. Αλλά πραγματικές μεταρρυθμίσεις που θα απελευθερώνουν την αγορά και διαλύουν τις όποιες στρεβλώσεις και τα καρτέλ.

Αυτές οι μεταρρυθμίσεις θα βοηθήσουν κυρίως τη νέα γενιά, που βιώνει δραματικά αδιέξοδα, να αναπτύξει επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και να δημιουργήσει επιχειρήσεις που σε πρώτη φάση θα υποστηρίξουν τις ξένες επενδυτικές πρωτοβουλίες και που στην συνέχεια θα μπορέσουν να γίνουν πιο εξωστρεφείς.

Αν αυτή την μεγάλη τομή, που ακούει στον όρο «οικονομική δημοκρατία», δεν την κάνει ο πολιτικός χώρος της Σοσιαλδημοκρατίας δεν μπορεί να την κάνει κανείς.

Και αν αυτό δεν γίνει σύντομα, τότε το μόνο σίγουρο ότι η «ανάπτυξη» που θα έρθει θα βρίσκεται πιο κοντά στις αντιλήψεις την Νέας Δημοκρατίας. Δηλαδή, θα είναι μια ανάπτυξη για λίγους, που σημαντικό τμήμα της θα μεταφέρεται ως κέδρος στο εξωτερικό.

Από την άλλη, φίλες και φίλοι, γνωρίζουμε όλοι, ότι η χώρα μας, παρά τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες της περιόδου 1994-2000 και 2009-2011 εξακολουθεί να έχει έναν δημόσιο τομέα που δεν διακρίνεται για τον ευρωπαϊκό του χαρακτήρα.

Όμως, αυτό πρέπει να αλλάξει! Είναι σε όλους μας κατανοητό, ότι καμία αναπτυξιακή πολιτική, αλλά και καμία κοινωνική πολιτική δεν μπορεί να πετύχει, αν έχουμε ένα κράτος δυσλειτουργικό, κομματικό και διεφθαρμένο, με άχρηστες δομές και αντιπαραγωγικές διαδικασίες.

Άρα, άλλο ένα σημαντικό σκέλος της μεταρρυθμιστικής πολιτικής μας πρότασης, οφείλει να είναι η ανασυγκρότηση του διοικητικού μηχανισμού του κράτους.

Μια ανασυγκρότηση που θα πρέπει να αξιοποιεί τις νέες τεχνολογίες, τόσο εσωτερικά όσο και στην εξ αποστάσεως εξυπηρέτηση του πολίτη, και να θεμελιώνει μια γενναία αποκέντρωση πόρων και εξουσιών.

Αλλά, κυρίως, να κατοχυρώνει την αξιοκρατία και την διαφάνεια.

Είναι προφανές, ότι για να δομηθεί ένα τέτοιο κράτος θα πρέπει να συγκρουστούμε με τα κακώς κείμενα του παρελθόντος, δηλαδή και με τον κακό εαυτό του ΠΑ.ΣΟ.Κ., που συμμετείχε και ανέχτηκε σε κάποιο βαθμό, κατά το παρελθόν, την πελατοκρατία και τον συντεχνιασμό, μέσα στον δημόσιο τομέα.

Προσωπικά, θεωρώ επίσης, ότι δεν μπορεί να υπάρξει αναμόρφωση του κράτους χωρίς κατάργηση υπηρεσιών και δημιουργία νέων, χωρίς προαιρετικές και αναγκαστικές μετατάξεις προσωπικού, χωρίς οργανωμένη & υποχρεωτική μετάθεση ικανών υπαλλήλων προς την περιφέρεια και χωρίς στοχευμένες πρόωρες συνταξιοδοτήσεις ή απολύσεις υπαλλήλων. Δηλαδή υπαλλήλων που είναι ακατάλληλοι αλλά και που δεν επιθυμούν να συνεργαστούν/συμμετάσχουν σε αυτή την προσπάθεια. Δηλαδή που δεν επιθυμούν να επιμορφωθούν ή να αλλάξουν θέση, ή αντικείμενο, ή μέθοδο εργασίας, κλπ.

Οι φίλοι δημόσιοι υπάλληλοι οφείλουν να καταλάβουν ότι υπηρετούν τους πολίτες και για αυτό έχουν προσληφθεί. Αυτοί είναι οι εργοδότες τους! Και η εκάστοτε Κυβέρνηση είναι ο «διαχειριστής» στον οποί ο λαός δίνει εντολή να καθορίσει την δομή και το μοντέλο λειτουργίας του δημοσίου. Η αποτελεσματικότητα του δημοσίου τομέα είναι ευθύνη των Κυβερνήσεων και οι δημόσιοι υπάλληλοι οφείλουν να αποδέχονται τις δομικές & διαχειριστικές επιλογές που οι Κυβερνήσεις κάνουν για αυτό τον σκοπό.

Ομοίως, φίλες και φίλοι δεν μπορεί να υπάρξει αναμόρφωση του κράτους, ώστε να γίνει «στρατηγείο» όπως, ήδη από το 1993, είχε πει ο Ανδρέας Παπανδρέου, χωρίς διαρκείς διαδικασίες επιμόρφωσης και κατάρτισης των στελεχών του, αλλά και χωρίς αλλαγή του αντικειμένου πολλών υπηρεσιών, ώστε αυτό να είναι εποπτικό & ελεγκτικό διαδικασιών, που θα ανατεθούν αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα, και όχι εκτελεστικό αυτών.

Φίλες και φίλοι,

Κλείνοντας επιβάλλεται να πω και δύο λόγια για το πραγματικό αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται η χώρα σήμερα, λόγω της διακυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα και της «παρέας» του Μαξίμου.

Βιώνουμε όλοι τα αποτελέσματα μιας πολιτικής που δεν συγκροτήθηκε πάνω στις αυταπάτες του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά με στόχο την εξαπάτηση του ελληνικού λαού.

Όλοι γνωρίζουμε ότι το πολιτικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ το 2012 ή το 2015 δεν είχε καμία διαφορά από τα αντίστοιχα συνθήματα και τις ιδεοληψίες που είχαν τα προγράμματα τους το 2007 ή το 2009. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ, είχε ως πρόταγμα του αυτές τις προτάσεις, θα ήταν ακόμα στο 4% και 5%...

Ο ελληνικός λαός ποτέ δεν είδε μέσα σε αυτές τις προτάσεις ένα ολοκληρωμένο σχέδιο και κάποιο όραμα για το μέλλον της χώρας. Το μόνο που έβλεπε ήταν διάφορες μεγάλες ιδέες και ωραία λόγια που δεν απαντούσαν ποτέ στο «πως», «πότε», «που», «με ποιους» και με τι πόρους… Γι’ αυτό και ποτέ δεν τους εμπιστεύτηκε!

Αντίθετα, τους έδωσε σημασία, όταν «έκρυψαν» το πραγματικό -κατά βάση αναχρονιστικό- πρόγραμμα τους, που αντιστοιχεί περισσότερο σε σχετικά απομονωμένη μια χώρα του 20ου αιώνα με δικό της νόμισμα, και πρόταξαν το «πρόγραμμα» εξαπάτησης του λαού…

Όλοι βιώσαμε τις τραγικές συνέπειες της μερικής απόπειρας εφαρμογής αυτού του «αντιμνημονιακού» προγράμματος και ακόμα περισσότερο όλοι βλέπουμε καθημερινά ποιο είναι το σταθερό εδώ και χρόνια πολιτικό τους πρόγραμμα στην δημόσια διοίκηση, την παιδεία, την υγεία, την ανάπτυξη, κλπ.

Επί 15 ολόκληρους μήνες δεν έχουν νομοθετήσει καμία απολύτως μεταρρύθμιση για την οικονομία και την αγορά.

Καμία απολύτως διαδικασία για τον εκσυγχρονισμό του δημοσίου και την βελτίωση της αποτελεσματικότητας των δαπανών του.

Καμία απολύτως ρύθμιση που να αναβαθμίζει το περιεχόμενο της εκπαίδευσης, ώστε να την καθιστά μοχλό κοινωνικής & επαγγελματικής αναβάθμισης ή αναπτυξιακό εργαλείο για την χώρα. Ίσα – ίσα σε αυτόν τον τομέα κάνουν το ακριβώς αντίθετο!

Ούτε καν κάποια ρύθμιση για την καταπολέμηση της διαφθοράς, της διαπλοκής, του λαθρεμπορίου και όλων αυτών με τα οποία ο Αλέξης Τσίπρας συγκρούεται καθημερινά, με τα λόγια, χωρίς στην πράξη να κάνει τίποτα.

Είμαι σίγουρος ότι όσο περνάει ο καιρός ο λαός θα καταλαβαίνει την πραγματική «γύμνια» αυτής της «αριστεράς».

Θα καταλαβαίνει ότι ποτέ δεν είχαν κάποιο σχέδιο για αυτή την χώρα.

Θα καταλαβαίνει ότι οι απόψεις τους είναι εγκλωβισμένες σε ιδεολογικά σχήματα που δεν ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες.

Θα καταλαβαίνει ότι πρακτικές τους είναι συγκεντρωτικές, αυταρχικές και αντιδημοκρατικές και ως εκ τούτου αδύναμες να εμπνεύσουν τους πολίτες και να κινητοποιήσουν τις δημιουργικές δυνάμεις εντός της δημόσιας διοίκησης, αλλά και συνολικά της κοινωνίας.

Φίλες και φίλοι,

γι’ αυτό και για όλα όσα έχω αναφέρει, είναι ευθύνη μας να δώσουμε διέξοδο στην αγωνία του λαού μας και απαντήσεις στις ανάγκες του.

Γιατί αν δεν το κάνουμε εμείς υπεύθυνα και αποφασιστικά, τότε η χώρα κινδυνεύει να οδηγηθεί στο άλλο άκρο. Δηλαδή στην παλινόρθωση της παράταξης της Νέας Δημοκρατίας, που κατέστρεψε την χώρα την περίοδο 2005-2009.

Στην παλινόρθωση μιας ελληνικής δεξιάς που ταυτίζει την μεταρρύθμιση με την λιτότητα για την μισθωτή εργασία.

Που ταυτίζει την ανάπτυξη με την μη δίκαιη φορολόγηση του κέρδους.

Που ταυτίζει την επενδυτική ευκαιρία με την χαλάρωση των περιβαλλοντικών όρων και των όρων κοινωνικής προστασίας.

Που ταυτίζει την αξιοποίηση του περιβαλλοντικού, πολιτιστικού και συμβολικού κεφαλαίου αυτού του τόπου με την απόλυτη εμπορευματοποίηση του.

Που αποδέχεται την προοπτική της Ελλάδας ως μιας χώρας «έντασης εργασίας», αντί μια χώρα «έντασης της γνώσης».

Φίλες και φίλοι,

στην προσεχή συνδιάσκεψη μας καλούμαστε να δώσουμε απαντήσεις και προτάσεις για όλα αυτά τα ζητήματα. Και ταυτόχρονα να περιγράψουμε το όραμα μας για μια ασφαλή, δημοκρατική, παραγωγική, δίκαιη, ευρωπαϊκή χώρα στον σύγχρονο κόσμο.

Παράλληλα, καλούμαστε μέσα από τις προτάσεις μας να αντιμετωπίσουμε μαζί με την Ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατική οικογένεια τις μεγάλες παγκόσμιες προσκλήσεις, όπως είναι η κλιματική αλλαγή και η μετανάστευση.

Πρέπει να κατανοήσουμε ότι μεγάλο μέρος των μεταρρυθμίσεων που θα προτείνουμε σε όλα τα επίπεδα, στους θεσμούς, την δημόσια διοίκηση, την οικονομία, την παιδεία, την έρευνα, την υγεία, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και αυτές τις μεγάλες παγκόσμιες αλλαγές, που δεν μπορούμε να αποφύγουμε!

Πλέον καμία χώρα δεν μπορεί να σταθεί μόνη της στον κόσμο, δίνοντας προοπτική στον λαός της, αντιμετωπίζοντας παράλληλα με αποτελεσματικότητα, τις προκλήσεις που υπάρχουν.

Αυτός είναι ο σημαντικότερος λόγος που επιβάλλεται να συμβάλουμε και εμείς στην διαμόρφωση μιας προοδευτικής πλειοψηφίας στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, μετά από μια δεκαετία κυριαρχίας της δεξιάς…

Μια κυριαρχία που έχει οδηγήσει σε πολλά δυσάρεστα κοινωνικά φαινόμενα, αλλά και ακόμα σε χειρότερα πολιτικά, όπως η άνοδος της ακροδεξιάς και διαφόρων εθνικιστικών απομονωτικών κινημάτων, που εύηχα αυτοαποκαλούνται «ευρωσκεπτικιστικά».

Με αυτές τις σκέψεις και πολλές άλλες που έχουν κατατεθεί ανά την Ελλάδα σε ανάλογες εκδηλώσεις, αλλά και στα πολιτικά κείμενα της συνδιάσκεψης, οι Κινήσεις Πολιτών για την Σοσιαλδημοκρατία, συμμετέχουν στην μεγάλη προσπάθεια που συνεχίζουμε και από την Κρήτη για το χτίσιμο μιας νέας σύγχρονης σοσιαλδημοκρατικής παράταξης στην Ελλάδα.

Ευχαριστώ.

 

Μανώλης Πετράκης

- Μέλος Κεντρικής Συντονιστικής Επιτροπής «Κινήσεων Πολιτών για την Σοσιαλδημοκρατία»

- Μέλος Περιφερειακού Συντονιστικού Συμβουλίου Κρήτης της Δημοκρατικής Συμπαράταξης

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2015




ΠΕΤΡΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

του ΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ
ΝΟΜΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ


ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
στο κάλεσμα αυτο-οργάνωσης
εκδήλωση παρουσίασης υποψηφίων Βουλευτών Ν. Ηρακλείου
Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών

Φίλες και φίλοι,
Χαιρετίζω με την σειρά μου την δυναμική παρουσία σας στην πρώτη συνάντηση του Κινήματος μας στο Ηράκλειο. Είμαι σίγουρος ότι ο δημοκρατικός λαός του Ηρακλείου θα δώσει την μάχη σε αυτές τις εκλογές, έστω και υπό αντίξοες συνθήκες, για να έρθει ξανά ο λαός στο προσκήνιο.
Για να κάνουμε την χώρα μας πραγματικά ευρωπαϊκή, απαλλαγμένη από τον βραχνά της πελατοκρατίας!
Για να κάνουμε το κράτος μας δημοκρατικό, διαφανές, αποτελεσματικό και σύγχρονο!
Για να κάνουμε την οικονομία μας παραγωγική, στηριγμένη στους δημιουργικούς Έλληνες και απαλλαγμένη από  κάθε λογής καρτέλ και παράσιτα!
Για να κάνουμε την κοινωνία μας δίκαιη, στηρίζοντας τον πολίτη που υποφέρει και μοιράζοντας αναλογικά δικαιώματα και υποχρεώσεις!
Για να φέρουμε το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών ψηλά, όπως αρμόζει στις αξίες, τις ιδέες και την ιστορία της δημοκρατικής παράταξης!
Φίλες και φίλοι,
έχουμε απέναντι μας μια απελθούσα αποτυχημένη Κυβέρνηση που δεν κατάφερε να κλείσει την μνημονιακή περίοδο, παρότι ήταν συμφωνημένο.
Που δεν κατάφερε να ανοίξει την διαπραγμάτευση για το χρέος, παρότι είχε προδιαγραφεί από το 2011 και υπογραφεί το 2012.
Που επέλεξε, για χάρη εκλογικών σκοπιμοτήτων, να προτάξει το μικροκομματικό συμφέρον και να αφήσει την χώρα μετέωρη, παρά να απαλλάξει τον λαό από την σκληρή επιτήρηση.
Δηλαδή, μια απελθούσα Κυβέρνηση που έκανε ακριβώς το αντίθετο απ’ ότι έκανε ο ηγέτης μας ο Γιώργος Παπανδρέου. Ο οποίος θυσίασε σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο την Πρωθυπουργία, αλλά και μεγάλο μέρος από τον συμβολισμό του ονόματος «Παπανδρέου».
Κάτι που είμαι σίγουρος ότι όλοι μαζί,  ξεκινώντας από εδώ σήμερα, θα αποκαταστήσουμε!
Από την άλλη έχουμε μια αξιωματική αντιπολίτευση που υπόσχεται σε όλους αυτό που θέλουν να ακούσουν, ενώ παράλληλα έχει μονοθεματικό και αποπροσανατολιστικό λόγο.
Δηλαδή, ασχολείται μόνο με τις συνέπειες της κρίσης, όπως το μνημόνιο και την συνακόλουθη φτώχεια και ΔΕΝ προτείνει τίποτα για την αντιμετώπιση των πραγματικών αιτίων, που οδήγησαν την χώρα στην πτώχευση.
Μια αξιωματική αντιπολίτευση που, ταυτόχρονα, αφήνει στο απυρόβλητο την Κυβέρνηση της Ν.Δ. της περιόδου 2004-2009, χρεώνοντας όλα τα στραβά γενικώς στην περίοδο της «μεταπολίτευσης».
Παράλληλα, δεν ασχολείται καθόλου με όλα εκείνα τα φαινόμενα που κρατάνε «δέσμια» τη χώρα.
Προ αυτού του αδιεξόδου ο ηγέτης μας, ο Γιώργος Παπανδρέου, πήρε την πρωτοβουλία να ιδρύσει ένα νέο ΚΙΝΗΜΑ.
Ένα Κίνημα που λέει την αλήθεια.
Ένα Κίνημα που θα αναδείξει τα πραγματικά προβλήματα της χώρας και του λαού και που θα προτείνει ρεαλιστικές προοδευτικές λύσεις.
Λύσεις μακριά από τον  λαϊκισμό, τον τυχοδιωκτισμό, αλλά και τις θολές και απολίτικες προτάσεις, που είναι εκ προοιμίου υποταγμένες στο μιντιακό σύστημα!
Σε αυτή την προσπάθεια σας καλούμε όλους να μας στηρίξετε!
Ευχαριστώ!

Καλό μας αγώνα!!!


Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Το κράτος και οι ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές

Δημοσιεύτηκε: openvoice.gr, ΠΟΛΙΤΙΚΗ, 17 Ιουνίου 2013

Όλοι γνωρίζουμε ότι στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, μετά την πόλεμο, αλλά και μετά την κατάρρευση του «ανατολικού μπλοκ», υπήρξε προβληματισμός, διαφορετικές εκδοχές και σαφείς διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των διαφόρων πολιτικών παρατάξεων για την σημασία και τον ρόλο του κράτους.
Οι πιο συντηρητικές παρατάξεις αντιλαμβάνονται το κράτος με ένα «στενό» τρόπο, κυρίως ως εργαλείο επιβολής της κυρίαρχης αντίληψης-ιδεολογίας και διατήρησης της καθεστηκυίας κοινωνικής τάξης (status quo) και των νόμων. Παράλληλα το προσεγγίζουν ως μόρφωμα ελέγχου της δραστηριότητας των πολιτών και ως εργαλείο επιβολής των εκάστοτε πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά ισχυρών.

Αυτή η αντίληψη είναι ιδιαίτερα έντονη στην ιστορία της ελληνικής δεξιάς («κράτος του χωροφύλακα»), αλλά και στην πολιτική δράση των περισσότερων στελεχών της. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και σήμερα η πλειοψηφία των στελεχών της ασχολείται επισταμένα με τα προβλήματα των ένστολων, των ιερωμένων και των δικαστών, αλλά ελάχιστα με τους υπόλοιπους δημοσίους υπαλλήλους, τον ρόλο τους και την προσφορά τους. (Π.χ. ο Πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς έχει συναντηθεί π.χ. με τους απόστρατους αξιωματικούς, αλλά όχι με τους καθηγητές ή τους γιατρούς του ΕΣΥ). Παράλληλα, όσο πιο δεξιά είναι η πολιτική απόχρωση της εκάστοτε πολιτικής δύναμης ή προσώπου τόσο πιο έντονα επιχειρεί να αναβαθμίσει το ρόλο/σημασία του στρατού, της αστυνομίας και της δικαιοσύνης ως κυρίαρχο έναντι κάθε άλλης δραστηριότητας, αλλά και αξίας-παροχής του κράτους ευρύτερα προς τους πολίτες.
Αντίστοιχα, οι πιο φιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις αντιστέκονται σε αυτή την προσέγγιση για τον ρόλο των κρατικών υπηρεσιών, φτάνοντας μέχρι και την εξαφάνιση του. Βέβαια, πολλές φορές οι ιδέες τους οδηγούν στην πλήρη περιθωριοποίηση του κράτους με την υπερβολική εξύψωση του ρόλο του «ατόμου». Αυτό πρακτικά εμποδίζει τον κοινωνικό μετασχηματισμό και την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων μια και με την απόλυτη αποχή των κρατικών δομών συντηρούνται οι κάθε είδους (κυρίως ταξικές) ανισότητες ευκαιριών.
Δηλαδή η απόλυτη απόσυρση του κράτους από σειρά δραστηριοτήτων και παρεμβάσεων για την διαμόρφωση κανόνων στην οικονομική και κοινωνική οργάνωση μιας χώρας, στη πράξη ενισχύει τους κάθε λογής «ισχυρούς» και επιτρέπει την διαιώνιση της ανισότητας και των διακρίσεων, περιορίζοντας τη λειτουργία του λεγόμενου «κοινωνικού ασανσέρ». Μια απόλυτα «φιλελεύθερη» κοινωνία χωρίς κρατικό παρεμβατισμό μοιραία οδηγεί σε μια κοινωνία με δομές φεουδαρχικής ή νομαδικής λειτουργίας και στο εθιμικό δίκαιο του «ισχυρού» ή της «φαμίλιας» που ισχύει ακόμα σε ορεινές περιοχές της πατρίδας μας.
Αντίθετα, οι προοδευτικές παρατάξεις αντιλαμβάνονται, το κράτος ως ένα εργαλείο προάσπισης των δικαιωμάτων των αδυνάτων. Ως ένα εργαλείο επιβολής κανόνων και δικαίου που συνήθως παραβιάζονται από τους ισχυρούς της εκάστοτε κοινωνίας, εις βάρος των πιο αδύναμων μορφωτικά, κοινωνικά, οικονομικά, κλπ. Ως ένα εργαλείο άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων δια της παιδείας και της παροχής ίσων ευκαιριών και στοιχειωδών πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.
Στο πλαίσιο αυτό, οι προοδευτικές σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις εισήγαγαν την έννοια του κοινωνικού κράτους αλλά και του κράτους ως «μοχλό ανάπτυξης». Το κοινωνικό κράτος αφορά κυρίως τους τομείς της υγείας, της παιδείας, της επαγγελματικής κατάρτισης, της πρόνοιας, της κοινωνικής επανένταξης, της φαρμακευτικής κάλυψης, κλπ. Από την άλλη το αποκεντρωμένο κράτος με οργανωμένες και επιστημονικά άρτιες υπηρεσίες που μελετούν, σχεδιάζουν και καθορίζουν το μοντέλο ανάπτυξης, με σεβασμό στο περιβάλλον, τις τοπικές ιδιαιτερότητες και δυνατότητες, είναι έννοιες και δομές που εισήχθησαν από την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και τα εργατικά κόμματα.
Ιδιαίτερα, στην Ελλάδα όλα τα παραπάνω, αλλά και η μεγάλη δημοκρατική κατάκτησης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε επίπεδο Δήμων & Περιφερειών είναι θεσμοί που σε όλες τις μορφές του προωθήθηκαν από τις προοδευτικές μεταρρυθμιστικές δυνάμεις του τόπου. Από τις πρώτες εκπαιδευτικές, οικονομικές και παραγωγικές μεταρρυθμίσεις στις αρχές του 20ου αιώνα από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, μέχρι την «Αλλαγή» του 1981 από τον Ανδρέα Παπανδρέου, η προοδευτική δημοκρατική παράταξη στην ουσία εκσυγχρόνιζε την Ελλάδα και την έβαζε στην ίδια μοίρα με τις άλλες ανεπτυγμένες χώρες της εποχής μέσα από την μεταρρύθμιση και την καλύτερη οργάνωση των θεσμών και του κράτους.
Σήμερα, η οικονομική κρίση και η δυσπραγία της ελληνικής παραγωγής να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της παγκοσμιοποίησης και ανταποκριθεί στις προκλήσεις της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, οφείλεται εν πολλοίς στην ύπαρξη ενός αντιπαραγωγικού, γραφειοκρατικού και πελατοκρατικού δημόσιου τομέα. Το πρόβλημα δεν είναι το μέγεθος τους όπως ισχυρίζονται οι συντηρητικοί και οι νεοφιλελεύθεροι αλλά οι δομές του, η λειτουργικότητα του και η αποτελεσματικότητα του.


Το ΠΑΣΟΚ στην ουσία απέτυχε (ή δεν πρόλαβε την περίοδο της ΟΝΕ) να σχεδιάσει και να ολοκληρώσει αυτή την μεταρρύθμιση. Αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο λάθος που μπορεί να του καταλογιστεί, μια και από την συντηρητική παράταξη της χώρας δεν μπορούσε και δεν μπορεί να έχει κανείς αυτή την απαίτηση. Μόνο από το ΠΑΣΟΚ και τις προοδευτικές δυνάμεις μπορούν οι πολίτες να περιμένουν μια τέτοια ουσιαστική αλλαγή. Δυστυχώς, τμήμα των στελεχών του ΠΑΣΟΚ απέκτησε χαρακτηριστικά «κατεστημένου», όπως έχει «γονιδιακά» η παραδοσιακή ελληνική δεξιά, και γι’ αυτό δεν μπόρεσε να συγκρουστεί με τις δομές που το ίδιο διαμόρφωσε που ξεπεράστηκαν από τις ιστορικές, τεχνολογικές και οικονομικές εξελίξεις.
Άρα είναι κάτι περισσότερο από προφανές ότι ο προοδευτικός σοσιαλδημοκρατικός χώρος δεν μπορεί να συντονιστεί-ταυτιστεί με τον δεξιό-συντηρητικό-νεοφιλελεύθεριο χώρο στις επιλογές για την ανασυγκρότηση και την μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα. Για τις δεξιές πολιτικές δυνάμεις το δημόσιο συμβολίζει «κόστος» και «περιορισμό» που αφαιρείται από την «αγορά» και εμποδίζει την «δημιουργικότητα» του ατόμου. Αντίθετα για τους προοδευτικούς δημοκράτες το δημόσιο είναι εγγυητής της ισόρροπης, δίκαιης και δημοκρατικής ανάπτυξης μιας χώρας και μιας κοινωνίας.
Είναι λοιπόν κάτι περισσότερο από προφανές ότι η παρέμβαση της Νέας Δημοκρατίας στην ΕΡΤ υπακούει σε αυτή την βαθύτερη φιλοσοφική και πολιτική προσέγγιση που δεν αντιλαμβάνεται τον μορφωτικό, πολιτιστικό, παιδαγωγικό, ενημερωτικό και δημοκρατικό ρόλο της δημόσιας τηλεόρασης. Δηλαδή ένα ρόλο που σχετίζεται με την αντικειμενική και πλουραλιστική ενημέρωση, την καλλιέργεια του πολιτισμού, των λαϊκών παραδόσεων, την διαμόρφωση ίσων ευκαιριών και την προσπάθεια για αναβάθμιση του μορφωτικού επιπέδου των πιο αδύναμων οικονομικά και κοινωνικών στρωμάτων που δεν έχουν την πρόσβαση σε ποιοτικά και αναβαθμισμένα θεάματα, και πληροφορίες. Αντίθετα, αντιλαμβάνεται την κρατική τηλεόραση, περιοριστικά, ως μέσο επιβολής της κυρίαρχης ιδεολογίας και της τάξης. Δηλαδή ως εργαλείο προπαγάνδας και πειθαναγκασμού των πολιτών.
Συνεπώς, στην περίπτωση της ΕΡΤ δεν κρίνεται το μνημόνιο ή η ορθολογική αναμόρφωση του δημοσίου και των φορέων του. Κρίνεται το ύφος της διακυβέρνησης-εξουσίας και ο ρόλος του κράτους και της πολιτικής εξουσίας σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή κοινωνία… Για το λόγο αυτό το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να υποχωρήσει στις αξιώσεις και τις μεθοδεύσεις του Αντώνη Σαμαρά και του υπερ-συντηρητικού lobby του οποίου ηγείται.
Η υποχώρηση του προοδευτικού, δημοκρατικού και μεταρρυθμιστικού κόσμου στο κλείσιμο της ΕΡΤ θα αποτελέσει μια στρατηγική πολιτική ήττα που ενδέχεται να καθορίσει εν πολλοίς το νέο κράτος, αλλά και τη «νέα κοινωνία» που θα διαμορφωθεί μετά την κρίση. Είναι προφανές ότι οι νέες δομές δεν μπορούν να έχουν ως πρότυπο το κράτος της περιόδου 1948-1968, το οποίο ευαγγελίζεται η σημερινή («αβερωφική») Νέα Δημοκρατία. Το ΠΑΣΟΚ είναι υποχρεωμένο να υπερασπιστεί την μεγάλη μεταρρύθμιση στον ρόλο και την φυσιογνωμία του κράτους που συντελέστηκε μετά το 1981 και να αγωνιστεί για την μετεξέλιξη του με βάση τα σύγχρονα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα που εντάσσουν συνολικά την κρατική και αυτοδιοικητική οργάνωση στο ευρύτερο «ευρωπαϊκό» κοινωνικό και αναπτυξιακό μοντέλο!
*O Μανώλης Πετράκης είναι Μέλος Νομαρχιακής Επιτροπής ΠΑΣΟΚ στον Νομό Ηρακλείου

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΟ ΠΑΣΟΚ: ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΩΡΑ!

Πριν δυο μήνες ολοκληρώθηκαν οι εργασίες του 9ου Συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ. Η συζήτηση που πραγματοποιήθηκε επικεντρώθηκε στην αποτίμηση της πολιτικής (θετική, αρνητική, αναγκαία, άδικη, κλπ) της Κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ 2009-2012 και στην σχέση του κόμματος με τη ‘τρικομματική’ Κυβέρνηση. Παράλληλα, υπήρξε μια σημαντική αυτοκριτική, που δυστυχώς μόνο το ΠΑΣΟΚ έχει κάνει, σε αντίθεση με τα νυν και πρώην κόμματα του λεγόμενου «αντιμνημονιακού μπλοκ» (κατά βάση “μνημονιακά” κόμματα αφού ιδρύθηκαν ή μεγεθύνθηκαν επειδή υπήρξε το μνημόνιο), για τα λάθη, τις ατολμίες, τις παλινδρομήσεις και τις παραλείψεις αυτής της περιόδου.

Αυτό όμως που ουσιαστικά έλειψε ήταν η αποτίμηση εσφαλμένων στρατηγικών επιλογών και πολιτικών που ασκήθηκαν τα προηγούμενα έτη (1995-2005), από το ΠΑΣΟΚ, αλλά και τα υπόλοιπα κόμματα, οι οποίες συντέλεσαν στην σημερινή οικονομική και κοινωνική κρίση. Επίσης, η σαφής οριοθέτηση του πολιτικού και ιδεολογικού πλαισίου –πέρα από την ασκούμενη οικονομική πολιτική– στο οποίο θα επιδιώξει να κινηθεί το ΠΑΣΟΚ, από εδώ και μπρος. Όπως και οι κοινωνικές συμμαχίες, που θέλει να οικοδομήσει στην εντός αλλά και στην ‘μετά μνημονίου’ εποχή. Είναι προφανές ότι χωρίς τα παραπάνω το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να αναπτύξει  γνήσιο και αξιόπιστο πολιτικό λόγο, να εκφράσει τους πολίτες και να εκπροσωπήσει τις παραγωγικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας.

Το ΠΑΣΟΚ αποτέλεσε την εξέλιξη της δημοκρατικής παράταξης. Της παράταξης που επί πολλά χρόνια διαμόρφωνε την εθνική στρατηγική και απαντούσε πετυχημένα στις προκλήσεις κάθε περιόδου, στις οποίες ποτέ δεν ανταποκρινόταν ουσιαστικά η «συντηρητική», «λαϊκή», «δεξιά» παράταξη της χώρας. Τα τελευταία τρία χρόνια –με αφορμή τα εκλογικά αποτελέσματα– διατυπώνεται η άποψη ότι το ΠΑΣΟΚ έχασε αυτή την δυνατότητα, γιατί απώλεσε την ιδεολογική-κοινωνική φυσιογνωμία του. Είναι προφανές, ότι οι πολιτικές που ασκήθηκαν δεν είχαν καμία σχέση με το ιδεολογικό πλαίσιο με βάση το οποίο ιδρύθηκε και εξελίχθηκε ΠΑΣΟΚ. Όμως η πραγματική απομάκρυνση από την φυσιογνωμία του είχε ξεκινήσει πολλά χρόνια πριν. Δηλαδή, από το 1994 και μετά, στα πλαίσια της συνολικής διολίσθησης της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

Είναι προφανές ότι η Ευρωπαϊκή κρίση σε μεγάλο βαθμό οφείλεται σε αυτή την «διολίσθηση» της σοσιαλδημοκρατίας σε πιο μονεταριστικές θέσεις και στην εγκατάλειψη των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Ταυτόχρονα, οι δυνάμεις της δεξιάς επέβαλαν ως κυρίαρχο κριτήριο για την επίτευξη της ανταγωνιστικότητας την μείωση του εργατικού κόστους & του κόστους του κοινωνικού κράτους. Σήμερα, μετά την κατάρρευση του «καζινο-καπιταλισμού» επιβάλλεται η αναθεώρηση αυτών των επιλογών, που για να πετύχει θα πρέπει να στηριχτεί στους και από τους λαούς της Ευρώπης! Αυτό είναι πολύ κρίσιμο, μια και παρατηρείται το φαινόμενο οι λαοί να ψηφίζουν όλο και πιο δεξιές-ακροδεξιές λύσεις, όσο εξελίσσεται-βαθαίνει η κρίση…

Εδώ έρχεται ο ιστορικός ρόλος της προοδευτικής δημοκρατικής παράταξης στην Ελλάδα, και των αντίστοιχων δυνάμεων στην Ευρώπη. Της παράταξης που σε κάθε ιστορική περίοδο και σε κάθε σημείο καμπής εξέφραζε την συνισταμένη των επιδιώξεων των παραγωγικών και δημιουργικών δυνάμεων  της χώρας. Το ΠΑΣΟΚ οφείλει να πιάσει το «νήμα» της διαδρομής του από τις πραγματικές αξιακές, θεσμικές, πολιτικές, κοινωνικές, και ιστορικές κατακτήσεις της μεταπολίτευσης. Αυτές που το ίδιο δημιούργησε και που εισήγαγαν στην Ελλάδα το λεγόμενο «παραγωγικό και κοινωνικό συμβόλαιο», καθιστώντας την πραγματικά (και όχι συμβολικά με το «ανήκομε εις τη Δύση») δυτική ευρωπαϊκή χώρα!

Αυτό το λεγόμενο «κοινωνικό συμβόλαιο» (ή «new deal» αμερικανιστί) έχει ξεχωριστή θέση στην ιστορική εξέλιξη της σύγκρουσης «κεφαλαίου-εργασίας». Αυτή ήταν η βιώσιμη απάντηση μετά το «μεγάλο κραχ» στην Αμερική(1929)…  Δηλαδή, την κρίση που προκάλεσε η μονομερής συσσώρευση του οφέλους της ανάπτυξης (1919-1929) και του πλούτου στα χέρια λίγων. Αυτή ήταν η απάντηση που θεμελίωσε την μεικτή οικονομία και το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο (1950-1980), μετά το αιματοκύλισμα (1939-1945) της Ευρώπης από τις δυνάμεις του εθνικισμού-φασισμού (1930-1945). Δυνάμεις που επιχείρησαν να δώσουν λύση δια του πολέμου στους καπιταλιστικούς ανταγωνισμούς και στα προβλήματα φτώχιας και εξαθλίωσης εντός των εθνικών κρατών.
Η διαμόρφωση ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου στα πλαίσια της μεικτής οικονομίας, σε μια άλλη κλίμακα –όχι μόνο εθνική, αλλά ευρωπαϊκή και παγκόσμια– οφείλει να είναι η νέα «λύση» στην κρίση που προέκυψε στο μεσοδιάστημα μεταξύ της κατάρρευσης των δυο «παγκόσμιων μοντέλων» (υπαρκτού σοσιαλισμού/ καζινοκαπιταλισμού, 1989-2008), αλλά και μετά από αυτή! (Άλλωστε το σκανδιναβικό μοντέλο –η πιο εξελιγμένη μορφή σοσιαλδημοκρατίας- δεν αντιμετωπίζει σχεδόν καμία κρίση!!! Παρόλα αυτά η άνοδος της δεξιάς στην Σουηδία το απειλεί.)

Αυτό το νέο παραγωγικό-κοινωνικό συμβόλαιο σε εθνικό-ευρωπαϊκό (αλλά και παγκόσμιο) επίπεδο, οφείλει να αποτελέσει το κέντρο της πολιτικής του ΠΑ.ΣΟ.Κ., της Ελλάδας και της Ευρώπης. Αν βέβαια θέλουμε όχι μόνο να αντιμετωπίσουμε την κρίση, αλλά και να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης. (…Μια και δεν θα υπάρξει ανάστροφη διαδικασία. Η παγκοσμιοποίηση είτε θα οργανωθεί στη βάση των αναγκών των λαών, είτε θα οδηγήσει σε άνευ προηγουμένου φτώχεια, αστάθεια και πολεμικές συγκρούσεις, περίπου ανάλογες με αυτές του πρώτου μισού του 20 αιώνα.)

Συνεπώς, είναι ιστορική ευθύνη του ΠΑΣΟΚ να εκφράσει με καθαρότητα, συνέπεια και αξιοπιστία όλες αυτές τις αξίες (ισοπολιτεία, ισονομία, αξιοκρατία, δικαιοσύνη, διαφάνεια, ίσες ευκαιρίες) πάνω στις οποίες μπορεί να στηθεί η νέα συνεκτική κοινωνική συμφωνία, αλλά και η εθνική προοπτική. Η εκλογική κατάρρευση του δεν οφείλεται απλά στο ότι εφάρμοσε σκληρές πολιτικές. Οφείλεται στο ότι στην προ & μετά ΟΝΕ εποχή είχε «καταφέρει» να εκπροσωπήσει (όπως και η ΝΔ) όλες τις παθογένειες του ελληνικού παραγωγικού-κοινωνικού μοντέλου. Εκτός από τις δημιουργικές παραγωγικές δυνάμεις άρχισε να αγκαλιάζει ταυτόχρονα τμήμα του πελατειακού καπιταλισμού, του παρασιτικού κρατισμού, του συντεχνιακού συνδικαλισμού και του μεσοαστικού λαϊκισμού (…που βαφτίστηκε …πολυσυλλεκτικότητα!)

Η κρίση και οι δημοσιονομικές πολιτικές που αναγκάστηκε να ακολουθήσει έσπασαν αυτό το συνονθύλευμα πάνω στο οποίο στηρίχτηκε το ΠΑΣΟΚ εκλογικά κατά την προ «ΟΝΕ» περίοδο. Παράλληλα, έδωσαν τον χρόνο σε όλα τα άλλα (πλην ΚΚΕ) κόμματα να «αγκαλιάσουν» κάτι από τα παραπάνω (η δεξιά τον παρασιτικό κρατισμό και τμήμα του εθνικού πελατειακού καπιταλισμού, η αριστερά τον συντεχνιακό συνδικαλισμό, η ακροδεξιά τμήμα του εθνικιστικού πελατειακού καπιταλισμού και όλοι μαζί οι «αντιμνημονιακοί» τον μεσοαστικό μυθοπλαστικό λαϊκισμό). Ενώ δεν άφησαν περιθώριο να γεννηθεί και να αναδειχθεί το καινούριο! Δηλαδή μια πρόταση δίκαιης και συνολικής μεταρρύθμισης που θα στηρίζεται στις σοσιαλδημοκρατικές αξίες. Που θα επιδιώκει παράλληλα εξορθολογισμό στις δαπάνες,  δικαιοσύνη στα φορολογικά έσοδα και σπάσιμο των στεγανών-καρτέλ στις κρατικές δομές και την οργάνωση της επιχειρηματικότητας-παραγωγής. (Αυτά τα «στεγανά», τα καρτέλ και «πανελίστες»-πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ στηρίζουν τον «πετυχημένο» Αντώνη Σαμαρά, ελπίζοντας να φέρουν στα μέτρα τους και εις βάρος της μεσαίας τάξης και του κόσμου της εργασίας την μετά μνημονίου εποχή …και την ανάπτυξη).

Όλες αυτές οι αλλαγές που θέλουμε να δούμε στη χώρα δεν γίνεται να δομηθούν χωρίς την συμμετοχή του «λαϊκού παράγοντα». Τα ελληνικά κόμματα και τα συνδικάτα –ιδιαίτερα μετά την εισβολή της ιδιωτικής τηλεόρασης– απογυμνώθηκαν από την λαϊκή συμμετοχή. Οι πολίτες αποστασιοποιήθηκαν και επέτρεψαν αυτά να εξελιχτούν σε μηχανισμούς νομής εξουσίας, όπου κυριαρχούν ο καιροσκοπισμός και οι προσωπικές στρατηγικές. Αυτή η πορεία πρέπει να αναστραφεί!

Το ΠΑΣΟΚ πρέπει να επανασυνδεθεί με τις ρίζες του, όχι μόνο πολιτικά, αλλά και κοινωνικά! Να επαναφέρει στις τάξεις του λαϊκές δυνάμεις –και δη αυτές που αποτελούν τους νέους «μη προνομιούχους» (νεολαία, μισθωτοί, επιστήμονες, έντιμοι-παραγωγικοί επιχειρηματίες, επαγγελματίες της γειτονιάς, αγρότες). Όλους αυτούς οι οποίοι απειλούνται από τις πολιτικές χριστιανοδημοκρατικής έμπνευσης, που εκπορεύονται από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (στο οποίο μετέχουν Σαμαράς, Ραχόι, Μπαρόζο, Μπερλουσκόνι, Σαρκοζί, κ.α.) και οι οποίες επιδιώκουν την προσαρμογή της Ευρώπης στην παγκοσμιοποίηση, ανατρέποντας το εθνικό κοινωνικό συμβόλαιο που είχε διαμορφώσει η σοσιαλδημοκρατία …χωρίς να το αντικαθιστούν με άλλο (ευρωπαϊκό)!

Αντίστοιχα, τα (πολιτικά και κοινωνικά) στελέχη του ΠΑΣΟΚ επιβάλλεται να σταματήσουν να προσεγγίζουν την καθημερινή άσκηση πολιτικής στα «μέτρα» της ατομικής τους πολιτικής επιβίωσης. Επιβάλλεται να διατυπώνουν προτάσεις και πολιτικές που να υπακούουν συγκροτημένα στα παραπάνω, επιχειρώντας να διαμορφώσουν μια νέα κοινωνική συμμαχία. Μια συμμαχία που θα συσπειρώνει τις δυνάμεις που θέλουν να συγκρουστούν με τα θεσμικά, οικονομικά και παραγωγικά «αποστήματα» και θα επιδιώκουν μια δυναμική παραγωγική ανασυγκρότηση. Μια ανασυγκρότηση στη βάση των πλεονεκτημάτων και των δυνατοτήτων της χώρας. Μια ανασυγκρότηση που θα την κατατάξουν σε «ανώτερα» επίπεδα στον παγκόσμιο καταμερισμό παραγωγής-εργασίας.

Πρωτεργάτης σε αυτή την δημιουργική σύγκρουση πρέπει να είναι η μορφωμένη ελληνική νεολαία. Η νεολαία που έχει ζήσει στην Ευρώπη και που ήδη απαρτίζεται από «πολίτες» του κόσμου! Πολίτες που δεν εγκλωβίζονται σε εμφυλιο-πολεμικές ιδεοληψίες και μετα-κομμουνιστικά κατάλοιπα. Που δεν συγκινούνται από τις «σειρήνες του «βολέματος» ή της «αρπαχτής» και που μπορούν/θέλουν να δώσουν τη μάχη για αξίες και ιδανικά, διαμορφώνοντας ένα πιο «καθαρό» και ελπιδοφόρο μέλλον! Μια νεολαία που θα σταθεί απέναντι στην συντηρητική παλινόρθωση και το νεποτισμό, που επιχειρούν οι ακροδεξιοί «πολιτικοί φίλοι» του Αντώνη Σαμαρά.

Οι επικείμενες εκλογές οργάνων στο ΠΑΣΟΚ επιβάλλεται να γίνουν στη βάση της ενότητας, χωρίς στρατεύσεις πίσω και γύρω από πρόσωπα και ηγεσίες, αλλά με σαφή ιδεολογικά και πολιτικά προτάγματα-διαχωρισμούς! Μόνο έτσι, και σε αντίθεση με την πεπατημένη λογική των εκλογών με σκοπό τη νομή εξουσίας, θα μπορέσει το ΠΑΣΟΚ, σε επόμενη φάση, να προκαλέσει εκ νέου την ενεργή συμμετοχή των πολιτών στα κοινά! Συνεπώς, επιβάλλεται να υπάρχει αντιπαράθεση, διάλογος και δημιουργική σύνθεση, που θα ανοίγει ορίζοντες και δεν θα περιχαρακώνεται από διαχειριστικές λογικές… Επιβάλλεται, επιτέλους, οι εσωκομματικές εκλογές να δώσουν πολιτικό αποτέλεσμα!

ΠΕΤΡΑΚΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ
Υποψήφιος για τη νέα
Νομαρχιακή Επιτροπή ΠΑ.ΣΟ.Κ. Ηρακλείου