Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Επενδύουμε στην γνώση – επανασχεδιάζουμε τη χώρα

Τοποθέτηση σε εκδήλωση-συζήτηση της Δημοκρατικής Συμπαράταξης Ηρακλείου
του Μανώλη Γ. Πετράκη*
MΜέλος Συντονιστικής Επιτροπής Κινήσεων Πολιτών για την Σοσιαλδημοκρατία.
Μέλος του Περιφερειακού Συντονιστικού Συμβουλίου Κρήτης & του   
Συντονιστικού Οργάνου Ν. Ηρακλείου της Δημοκρατικής Συμπαράταξης.
Ηράκλειο, 28-02-2017
Αγαπητοί φίλες και φίλοι.
Συντρόφισσες & σύντροφοι, καλησπέρα.
Χαιρετίζω και εγώ με την σειρά μου, εκ μέρους των Κινήσεων Πολιτών για την Σοσιαλδημοκρατία την πρώτη θεματική, εκδήλωση που οργανώνεται υπό την αιγίδα του Νομαρχιακού Συντονιστικού της Δημοκρατικής Συμπαράταξης Ηρακλείου. Μια εκδήλωση-συζήτηση που διεξάγεται στο πλαίσιο του διαλόγου ενόψει του Περιφερειακού Αναπτυξιακού Συνεδρίου Κρήτης, που θα διεξαχθεί τέλη Μαρτίου, αλλά και του ανοιχτού συνεδρίου της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, στο πλαίσιο της ενοποίησης και της ανασυγκρότησης του σοσιαλδημοκρατικού χώρου.
Όλοι γνωρίζουμε ότι η συζήτηση για την παιδεία είναι θεματικά ανεξάντλητη. Επίσης, κατανοούμε ότι δεν τελειώνει ποτέ, γιατί είναι ή θα έπρεπε να είναι το πιο ταχέως εξελισσόμενο και μεταβαλλόμενο πεδίο άσκησης πολιτικής, μιας και επηρεάζεται από το σύνολο των πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών, επιστημονικών & επαγγελματικών εξελίξεων. Στην ουσία ένα εκπαιδευτικό σύστημα είναι συνυφασμένο με την εξέλιξη της ζωής, όπου ο κύκλος των ευρύτερων αλλαγών είναι, πλέον, πολύ συντομότερος από μια γενιά, όπως συνέβαινε πριν 30-40 χρόνια. Έτσι, όταν θεωρείται σχεδόν σίγουρο ότι κάποιος θα αλλάξει 5-7 δουλειές, όπως λένε οι μελέτες, κατά τον επαγγελματικό του βίο, πόσες αλλαγές άραγε χρειάζεται ένα εκπαιδευτικό σύστημα μέσα σε αυτά τα 30-40 χρόνια προκειμένου να ανταποκρίνεται στο συνεχώς μεταβαλλόμενο τοπίο και τις ανάγκες μιας χώρας και μιας κοινωνίας?
Συνεπώς, κανένας δεν πρέπει να απορεί για τις συχνές «εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις», αλλά και δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι μπορεί να λύσει το «εκπαιδευτικό πρόβλημα» μιας χώρας ή ότι μπορεί να «ολοκληρώσει» ένα «άριστο» εκπαιδευτικό σύστημα. Πόσο μάλιστα, όταν στην χώρα μας, δεν υπάρχει συνέχεια και αξιολόγηση στις πολιτικές αλλά και κάποια ενότητα στην διοικητική κρατική λειτουργία. Άρα, ούτε και εμείς μπορούμε να ισχυριστούμε ότι έχουμε όλες τις λύσεις, ούτε πολύ περισσότερο ότι έχουμε «μόνιμες» λύσεις.
Γι’ αυτό είναι σημαντικό όταν συζητάμε για την παιδεία και το εκπαιδευτικό σύστημα να ξεκινάμε από την ίδια αφετηρία. Να υπηρετούμε τις ίδιες αρχές και αξίες! Αν συμβαίνει αυτό τότε σίγουρα μπορούμε, μέσα από τον διάλογο και την σύνθεση, να καταλήξουμε στα συγκεκριμένα μέτρα, αλλά και τις ανάλογες βελτιώσεις τους, που σε κάθε χρονική περίοδο θα υπηρετούν αυτές τις αξίες.
Έτσι, για εμάς τους σοσιαλδημοκράτες το εκπαιδευτικό σύστημα καλείται να υπηρετήσει πολλούς και διαφορετικούς στόχους. Γι’ αυτό πολλές φορές η συζήτηση είναι πολύ δύσκολη και επίπονη, ανάλογα με την οπτική γωνία με την οποία ο καθένας από εμάς προσεγγίζει την εκπαιδευτική πολιτική και την έμφαση που θέλει να δώσει. Ταυτόχρονα, επιβάλλεται να μπολιάζουμε τις αρχές, τις αξίες και τις ιδέες μας μέσα από την βάσανο της πραγματικότητας! Δεν έχει ουσία να λέμε ωραία και παχιά λόγια, όπως μας έχουν συνηθίσει οι «ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ», που τα τελευταία χρόνια καπηλεύονται τις έννοιες της αριστεράς & της δικαιοσύνης. Αλλά να καταθέτουμε προτάσεις που μπορούν να υλοποιηθούν, αλλά κυρίως να μπορούν να μετρηθούν και να αξιολογηθούν τα αποτελέσματα τους. Αποτελέσματα που θέλουμε να είναι ταυτόχρονα μαθησιακά, κοινωνικά, επιστημονικά, επαγγελματικά & αναπτυξιακά-παραγωγικά.
Με βάση αυτά, λοιπόν, θα πρέπει να δούμε τι πρέπει να εξυπηρετεί ένα εκπαιδευτικό σύστημα. Το πρώτο που κατανοούμε ότι οφείλει να επιτυγχάνει ένα εκπαιδευτικό σύστημα είναι διάφορους μαθησιακούς στόχους! Δεν μπορεί να ισχυρίζεσαι ότι έχεις ή ότι θα φτιάξεις ένα καλό εκπαιδευτικό σύστημα όταν δεν θέτεις και δεν καθορίζεις τους μαθησιακούς στόχους, που πρέπει να επιτυγχάνονται σε κάθε βαθμίδα, σε κάθε τάξη και σε κάθε μάθημα, και όταν δεν μετράς-αξιολογείς αν αυτοί οι στόχοι επιτυγχάνονται! Ούτε φυσικά μπορείς να ισχυριστείς ότι χτίζεις ένα στέρεο εκπαιδευτικό σύστημα όταν δεν επιλέγεις τους, από πολλές πλευρές –και όχι μόνο ως προς το γνωστικό αντικείμενο– καλύτερους εκπαιδευτικούς, και όταν δεν τους αξιολογείς για τους στόχους που επιτυγχάνουν.
Και όταν αναφερόμαστε σε μαθησιακούς στόχους, εμείς, οι πραγματικά αριστεροί σοσιαλδημοκράτες, δεν μιλάμε μόνο για τα διάφορα γνωστικά αντικείμενα. Αλλά και για όλα εκείνα που πρέπει να μάθει, να βιώσει ο μαθητής και ο νέος άνθρωπος, προκειμένου να γίνει χρήσιμο μέλος της κοινωνίας. Δηλαδή, μιλάμε και για την νοητική ανάπτυξη και την πνευματική καλλιέργεια που προσφέρουν ο πολιτισμός, οι τέχνες, η άθληση, η άμιλλα, η συνεργασία, κ.λπ., Δηλαδή, αυτά που απαιτούνται ώστε ένας άνθρωπος να μάθει να συμβιώνει αρμονικά και με σεβασμό προς τους άλλους, το φυσικό περιβάλλον, τον δημόσιο χώρο και την διαφορετικότητα, και να είναι χρήσιμος ενεργός πολίτης με ευαισθησίες και ενδιαφέροντα. Αυτό που όλοι ονομάζουμε «παιδεία».
Εδώ, σε αυτό το πεδίο, πολύ συχνά, μπαίνει το πλαστό δίλημμα που θέτει τα τελευταία χρόνια η «ψευτοαριστερά» του ΣΥΡΙΖΑ: «Αριστεία ή ισότητα»? Και η απάντηση είναι και αριστεία και ισότητα! Ισότητα ως προς τις ευκαιρίες, τις μεθόδους, τα μέσα, το περιεχόμενο, που πρέπει να φτάνει προς όλους τους μαθητές, φοιτητές, κ.λπ. Μια και η επίτευξη των μαθησιακών στόχων δεν κρίνεται από τους άριστους, αλλά από τον μέσο όρο ή τον πιο «αδύναμο κρίκο». Άρα, όσο πιο ψηλά βρίσκεται ο μέσος όρος στην επίτευξη των μαθησιακών στόχων, όσο λιγότεροι είναι οι «αδύναμοι κρίκοι», τόσο πιο ισχυρή & πλούσια μορφωτικά είναι η «επόμενη κοινωνία» και η χώρα, που χτίζει ένα εκπαιδευτικό σύστημα.
Αλλά και αριστεία, γιατί χρειάζονται ερεθίσματα και κίνητρα, προκειμένου κάποιος να αναπτύξει και να αναδείξει το σύνολο των δυνατοτήτων, των ικανοτήτων και των δεξιοτήτων του σε κάθε πεδίο ενδιαφέροντος. Αριστεία, γιατί οι άνθρωποι που «αριστεύουν» μπορούν να δημιουργήσουν το διαφορετικό, να παράξουν το καινούριο και να «γεννήσουν» την εξέλιξη στην επιστήμη, στην τεχνολογία, στην παραγωγή, και να γίνουν οι «ηγέτες» του μέλλοντος στον τομέα τους. Κάτι που είναι απαραίτητο για κάθε χώρα, κοινωνία και οικονομία, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης και έκπτωσης αξιών.
Έχοντας κατά νου αυτά μπορούμε να περάσουμε και στον επόμενο στόχο που πρέπει να έχει ένα εκπαιδευτικό σύστημα, πέρα από την επίτευξη μαθησιακών στόχων και την ευρύτερη καλλιέργεια. Δηλαδή, στον ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος ως παραγωγικό πόρο. Τον ρόλο και την σημασία του στην επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξη μια χώρας.
Κάνοντας μια παρένθεση θα ήθελα να αναφέρω ότι …επί πολλά χρόνια αυτή η διάσταση αγνοούνταν από τον χώρο μας, και δινόταν μεγαλύτερη έμφαση στον ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος ως παράγοντα άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων και ενίσχυσης του λεγόμενου «κοινωνικού ασανσέρ». Φυσικά, αυτός ο ρόλος εξακολουθεί να υπάρχει! Αλλά, πλέον, βρισκόμαστε σε διαφορετική εποχή από την περίοδο 1975-2000. Πλέον, χρειάζονται νέοι τρόποι και νέα εργαλεία προκειμένου, να αντιμετωπιστεί ο κοινωνικός αποκλεισμός, οι ανισότητες ευκαιριών και η ένταξη διαφορετικών φυλετικών ή θρησκευτικών ομάδων στην ελληνική κοινωνία, χωρίς να παραμελούμε και την ανάγκη για παραγωγικό εκσυγχρονισμό, καινοτομία και εξωστρέφεια!
Έτσι, οφείλουμε να καταλάβουμε ότι ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να δίνει έμφαση πέρα από την γνώση και στις δεξιότητες, προκειμένου να επιτελέσει τον σύγχρονο παραγωγικό ρόλο του. Και όταν λέμε παροχή δεξιοτήτων εννοούμε, το εκπαιδευτικό σύστημα να καλλιεργεί στους μαθητές την δυνατότητα να αξιοποιούν τις γνώσεις του σε δεδομένες εργασιακές συνθήκες, αλλά κυρίως να μάθουν πώς να μαθαίνουν, να αναζητούν, να συνεργάζονται, να είναι δημιουργικοί, να προσαρμόζονται και να εξελίσσονται.
Προκειμένου να συμβεί αυτό χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας, κυρίως εντός της εκπαιδευτικής κοινότητας. Τόσο σε επίπεδο σχολείου, όσο και σε επίπεδο ανώτατων ιδρυμάτων. Δυστυχώς, η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι όλο και λιγοστεύουν οι εκπαιδευτικοί με μεράκι, δημιουργικότητα και αυτενέργεια. Πολλοί αρκούνται στην πεπατημένη των αναλυτικών προγραμμάτων, ενώ άλλοι «προσαρμόζονται» σε μια λογική «δεν βαριέσαι…». Αντίστοιχα, στην ανώτατη εκπαίδευση μεγάλο κομμάτι της δραστηριότητας των μελών ΔΕΠ αναλώνεται σε ιδιοτελείς ερευνητικούς ή οικονομικούς σκοπούς, σε διοικητικά ζητήματα, ενδοπανεπιστημιακές ίντριγκες, κ.λπ.
Η ποιότητα στην εκπαίδευση τις περισσότερες φορές χτίζεται μέσα στην εκπαιδευτική κοινότητα και για αυτό απαιτείται να δημιουργήσουμε ένα προοδευτικό εκπαιδευτικό κίνημα! Ένα κίνημα που θα σπάει τα στεγανά του συντεχνιασμού, που έχουν επιβάλλει οι διάφορες «φράξιες» της κομμουνιστικής αριστεράς, αλλά και την λογική της ήσσονος προσπάθειας, και που θα δίνει έμφαση στα πραγματικά εφόδια που πρέπει να αποκτούν οι μαθητές και οι φοιτητές.
Μιλώντας, λοιπόν για ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα στηρίζει την παραγωγή θα πρέπει να μιλήσουμε για ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δίνει έμφαση στην δημιουργικότητα, την πρωτοβουλία και την αυτενέργεια και όχι την παπαγαλία. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα που στο Λύκειο και την μεταλυκειακή εκπαίδευση θα δίνει μεγαλύτερη σημασία στην λειτουργία της οικονομίας, την επιχειρηματικότητα, την καινοτομία και την παραγωγή.
Κλείνοντας, αυτή την προσέγγιση στην βάση των αρχών και τον στόχων που πρέπει να υπηρετεί ένα εκπαιδευτικό σύστημα, επιβάλλεται να πούμε και δυο λόγια επί του πραγματικού πεδίου. Δηλαδή, ποιες γενικές δράσεις μπορούν να συμβάλουν σε αυτή την κατεύθυνση. Και κυρίως ποιες δράσεις μπορούν να υλοποιηθούν, στο πλαίσιο της οικονομικής δυσπραγίας που μαστίζει την χώρα μας, χωρίς να θιχτούν τυχόν θετικά στοιχεία του υπάρχοντος εκπαιδευτικού πλαισίου…αλλά που θα το μεταρρυθμίζουν δραματικά.
Μερικές από αυτές τις δράσεις περιληπτικά είναι:
  • Το Υπουργείο Παιδείας να γίνει επιτελική εποπτική αρχή, μειώνοντας την γραφειοκρατική δομή/λογική του. Ο τομέας της θρησκευτικής πολιτικής να ενταχθεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης & Ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή εναλλακτικά στο Υπουργείο Εσωτερικών.
  • Διαμόρφωση θεσμών που να διασφαλίζουν την διαφάνεια στην διαχείριση των πόρων, την μέγιστη δυνατή απόδοση τους, την αξιοκρατία σε όλα τα επίπεδα και την λογοδοσία προς την κοινωνία, όλων των υπηρετούντων στις επιμέρους βαθμίδες της εκπαίδευσης.
  • Θεσμική διασύνδεση όλων των βαθμίδων του εκπαιδευτικού συστήματος και των δομών του με τις επιμέρους «ομάδες ενδιαφερομένων» (stakeholders). Δηλαδή τους γονείς, την αυτοδιοίκηση, τους παραγωγικούς και επιστημονικούς φορείς, τα επιμελητήρια, κλπ, ώστε η καινοτομία να περνάει στην παραγωγή και οι ανάγκες της παραγωγής να μπολιάζονται με την εκπαίδευση – ιδίως την επαγγελματική.
  • Σύγχρονο (ολοήμερο) σχολείο που θα είναι πολιτιστικό-μορφωτικό-κοινωνικό κύτταρο κάθε γειτονιάς με αξιοποίηση των χώρων για απογευματινές δραστηριότητες από μαθητές & γονείς. Ίδρυση-συγχώνευση-κατάργηση σχολικών μονάδων με μοναδικά κριτήρια την καλύτερη κοινωνικοποίηση των μαθητών, την βελτίωση της υλικοτεχνικής υποδομής & του εκπαιδευτικού έργου και την επίτευξη των μαθησιακών στόχων.
  • Ενίσχυση με προσωπικό και μέσα των εκπαιδευτικών δομών που συμβάλουν στην κοινωνική & επαγγελματική ένταξη μειονεκτούντων ομάδων, προσφύγων-μεταναστών, κ.λπ. Καθώς και των δομών ειδικής αγωγής, «δεύτερης ευκαιρίας» και «δια βίου κατάρτισης». Βασικός στόχος πρέπει να είναι η απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων άμεσα εφαρμόσιμων στην αγορά εργασίας.
  • Οργάνωση μιας σύγχρονης επαγγελματικής εκπαίδευσης που θα καλύπτει ευρύ φάσμα επαγγελμάτων και θα οδηγεί σε πραγματικά κατοχυρωμένα επαγγελματικά δικαιώματα (όχι με την σημερινή έννοια του «κλεισίματος» των επαγγελμάτων). Στόχος η αναβάθμιση των τελικών υπηρεσιών, η μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα σε μια ανοιχτή αγορά επαγγελμάτων-υπηρεσιών και η προστασία του καταναλωτή.
  • Ενίσχυση της εξωστρέφειας των ανώτατων ιδρυμάτων και περαιτέρω διεθνοποίηση των προγραμμάτων τους, με στόχο την προσέλκυση φοιτητών από το εξωτερικό, αλλά και την ενίσχυση της οικονομικής αυτοτέλειας και της αναπτυξιακής στρατηγικής τους.
  • Υποστήριξη με συγκεκριμένες δράσεις των πιο αδύναμων κοινωνικά-οικονομικά φοιτητών με υποτροφίες και στοχευμένες δράσεις κοινωνικής πολιτικής, εξειδικευμένες ανά εκπαιδευτικό ίδρυμα.
  • Κατάρτιση «ανταγωνιστικών» εθνικών και περιφερειακών προγραμμάτων με σκοπό την χρηματοδότηση δράσεων οι οποίες θα στηρίζουν την συνεργασία των ΑΕΙ με την τοπική επιχειρηματικότητα, με στόχο την τοπική έρευνα, την σύνδεση καινοτομίας-παραγωγής και εκπαίδευσης-παραγωγής.
  • Διαμόρφωση νέου «Χάρτη της Ανώτατης Εκπαίδευσης» με στόχο την δημιουργία ενός ακαδημαϊκού πόλου ανά περιφέρεια. Αποκέντρωση δομών (από την Αττική) προς την περιφέρεια με σκοπό την ενίσχυση της περιφερειακής ανάπτυξης, της αποκέντρωσης και της παραγωγικής αναδιάρθρωσης. Αξιολόγηση της πραγματικής προσφοράς κάθε τμήματος στην επιστημονική και παραγωγική εξέλιξη της χώρας και η εξοικονόμηση πόρων/καλύτερη αξιοποίηση εγκαταστάσεων. Κάποια τμήματα πρέπει να συγχωνευθούν, κάποια να κλείσουν, κάποια να γίνουν μεταπτυχιακά προγράμματα και κάποια να γίνουν επαγγελματικές- μεταλυκειακές δομές.
  • Καλύτερη οργάνωση της ερευνητικής πολιτικής και αξιολόγηση των δομών έρευνας σε εθνικό επίπεδο. Εκσυγχρονισμό του μοντέλου διοίκησης τους, προσπάθεια για μείωση των επικαλύψεων και ενίσχυσης της διεπιστημονικής συνεργασίας, χωρίς την δημιουργία δομών (με σχεδόν «ιδιοτελής» σκοπούς) που οδηγούν σε σπατάλη πόρων. Αξιολόγηση-χρηματοδότηση δομών και με βάση την συμβολή τους στην εθνική-περιφερειακή παραγωγική αναδιάρθρωση-καινοτομία.
  • (Πραγματική) τακτική (ατομική) αξιολόγηση όλων των μονίμων μελών ΔΕΠ ως προς το εκπαιδευτικό τους έργο και αν συνεχίζουν να βρίσκονται στις επάλξεις της επιστήμης & της έρευνας, στον κλάδο τους.
  • Πραγματική συμμετοχή των επιστημονικών φορέων, των επιμελητηρίων, κ.λπ. στις διαδικασίες παροχής άδειας άσκησης επαγγέλματος των αποφοίτων και στην διαμόρφωση των προσόντων-δεξιοτήτων που πρέπει να έχει ένας νέος επιστήμονας-επαγγελματίας.
Οι Κινήσεις Πολιτών για την Σοσιαλδημοκρατία έχουν σειρά αναλυτικότερων προτάσεων στο πλαίσιο της εσωτερικής τους λειτουργίας και της περσινής συνδιάσκεψης της ΔΗ.ΣΥΜ. Αυτές είναι:
  1. Το Νηπιαγωγείο να ενταχτεί πλήρως στην Υποχρεωτική Εκπαίδευση και να γίνει σταδιακά διετές.
  2. Το ολοήμερο σχολείο, να γίνει η βασική εκπαιδευτική δομή της πατρίδας μας. Σε αυτό να ολοκληρώνεται η διαδικασία της μάθησης.
  3. Νέα πνοή στην ειδική αγωγή και στις δράσεις του κοινωνικού σχολείου.
  4. Πιστοποιητικά Γλωσσομάθειας αμέσως μετά την αποφοίτηση από την Γ’ Γυμνασίου.
  5. Οι σχολικές μονάδες να αποκτήσουν μια σχετική αυτονομία στην υλοποίηση προγραμμάτων, στον τρόπο λειτουργίας και σε ζητήματα συνεργασίας με τις τοπικές κοινωνίες. Τα κριτήρια λειτουργίας τους να καθορίζονται από τα Σχολικά Συμβούλια, ώστε να υπάρξει ο θεμιτός ποιοτικός ανταγωνισμός.
  6. Τα σχολεία πρέπει να συνδεθούν αποτελεσματικότερα με τις τοπικές κοινωνίες και τις δραστηριότητες τους. Να γίνουν ένα κύτταρο γνώσης, πολιτισμού, αθλητισμού και δραστηριοτήτων σε κάθε γειτονιά. Προτείνουμε, επίσης, τη δημιουργία περιφερειακών ινστιτούτων έρευνας, τεκμηρίωσης και επιμόρφωσης, σε συνεργασία με την αυτοδιοίκηση και τα πανεπιστήμια.
  7. Επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων με αντικειμενικά και αξιοκρατικά κριτήρια και σύσταση Συμβουλίου Επιλογής Προϊσταμένων (π.χ. Ν.3848/2010), για την αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού και την καθιέρωση κανόνων αξιολόγησης και αξιοκρατίας στην εκπαίδευση.
  8. Να επαναλειτουργήσουν Πρότυπα Πειραματικά Σχολεία, σε ένα σύγχρονο πλαίσιο. Οι μαθητές τους να επιλέγονται μέσω εξετάσεων και να υποχρεούνται να διατηρούν πολύ καλές επιδόσεις στα μαθήματα. Στα Πρότυπα και Πειραματικά Σχολεία να διδάσκουν καθηγητές, οι οποίοι να επιλέγονται βάσει προσόντων, εφ’ όσον έχουν αιτηθεί την απόσπασή τους σε αυτά. Το πανελλαδικό Δίκτυο των Πρότυπων Πειραματικών Σχολείων να γίνει ο χώρος δημιουργίας δημιουργικών κοινοτήτων με στόχο τη παραγωγή αποτελέσματος άμεσα διοχετεύσιμου προς όλη την δημόσια εκπαίδευση.
  9. Σε όλες τις τάξεις Γυμνασίου και Λυκείου θα πρέπει να διεξάγονται τελικές εξετάσεις τον Ιούνιο και κάθε μαθητής προάγεται στην επόμενη τάξη μόνον εφ’ όσον έχει επιτύχει βαθμό τουλάχιστον 10 σε κάθε βασικό μάθημα και μέσο όρο τουλάχιστον 10.
  10. Επαναφορά και ενίσχυση της Τράπεζας Θεμάτων και επαναφορά-αναμόρφωση του θεσμού των σχολικών συμβούλων.
  11. Το Λύκειο να χωριστεί σε Γενικό Λύκειο και σε Τεχνικό-Επαγγελματικό Λύκειο. Η αποφοίτηση από το Λύκειο γίνεται με την απονομή του Εθνικού Απολυτηρίου και μόνον εφ’ όσον ο μαθητής έχει περάσει τη βάση του 10 σε όλα τα βασικά μαθήματα και μέσο όρο τουλάχιστον 10.
  12. Το Τεχνικό-Επαγγελματικό Λύκειο πρέπει να ενισχυθεί με αντικείμενα και ειδικότητες και να στοχεύει στην απόκτηση συγκροτημένων επαγγελματικών γνώσεων και να βρίσκεται σε διαρκή ώσμωση με την παραγωγική διαδικασία και τους επαγγελματικούς φορείς (άμεση σύνδεση με την τοπική οικονομία) και ενίσχυση της τεχνολογικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης με επαγγελματικά δικαιώματα για τους νέους.
  13. Η υποχρεωτική εκπαίδευση στην χώρα μας να γίνει 11ετης (ενδεικτικά: διετές νηπιαγωγείο, εξατάξιο Δημοτικό και τριτάξιο Γυμνάσιο).
  14. Η Μεταλυκειακή Εκπαίδευση να χωριστεί σε Πανεπιστημιακή (Πανεπιστήμια και Πολυτεχνεία), Επιστημονική-Τεχνολογική (ΤΕΙ), και σε Τεχνική Επαγγελματική (ΙΕΚ). Στα Πανεπιστήμια εντάσσονται οι θεωρητικές και εφαρμοσμένες επιστήμες, ενώ στα ΤΕΙ οι τεχνολογικές εφαρμογές, βασιζόμενες στα επιστημονικά επιτεύγματα. Στην Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση εντάσσονται τα επαγγέλματα, που χρίζουν μεθοδικής κατάρτισης.
  15. Σύνδεση της Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με τις ανάγκες της παραγωγικής διαδικασίας αλλά και της δημιουργίας ολοκληρωμένων και ενεργών πολιτών.
  16. Η είσοδος στα Πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ να γίνεται, βάσει του Εθνικού Απολυτηρίου. Η εισαγωγή στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ πρέπει να γίνεται με συντελεστές βαρύτητας στα βασικά μαθήματα, που θα καθορίζονται από τα ίδια τα ιδρύματα. Επίσης, απαιτείται αναμόρφωση του τρόπου καθορισμού των εισακτέων με ενεργότερο ρόλο των ίδιων των ιδρυμάτων στο πλαίσιο μιας εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής.
  17. Ο φοιτητής να εισέρχεται σε Σχολή Πανεπιστημίου ή ΤΕΙ (όχι τμήμα) και να έχει τη δυνατότητα, εφ’ όσον θελήσει και έχει τα προσόντα (που κρίνονται από το ίδιο το ΑΕΙ) να μεταπηδήσει σε άλλο γνωστικό αντικείμενο εντός του ίδιου Ιδρύματος. Εφ’ όσον ένας φοιτητής δεν έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο που εισήχθη, να έχει τη δυνατότητα, με πιστοποιητικό καταγραφής των μαθημάτων που έχει ήδη περάσει επιτυχώς, να μεταπηδήσει σε ΤΕΙ ή Επαγγελματική Σχολή της επιλογής του, υπό την προϋπόθεση της αποδοχής του από το ΤΕΙ ή την Σχολή.
  18. Εφαρμογή του άρθρου 8 του νόμου 4009/2011 για την Χωροταξική Αναδιάρθρωση των ΑΕΙ, βάσει αξιολόγησης των Τμημάτων, των Σχολών και των ΑΕΙ από την ΑΔΙΠ. Η σημερινή διασπορά των Πανεπιστημίων και των ΤΕΙ θεωρείται αντιπαραγωγική και αντιεπιστημονική. Τα Ανώτατα Ιδρύματα επιβάλλεται να διασυνδεθούν με τις «ομάδες ενδιαφερομένων» σε κάθε περιφέρεια.
  19. Αξιολόγηση όλων των προγραμμάτων χωρίς βιαστικές και επιφανειακές κινήσεις. Να τηρηθεί μια λογική αναλογία ΠΜΣ ανά τμήμα, ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα λειτουργίας δύο και τριών ΠΜΣ με ελάχιστα μέλη ΔΕΠ.
  20. Μέτρα οικονομικής ενίσχυσης οικογενειών με παιδιά φοιτητές (υποτροφίες, έκπτωση φορολογίας, αύξηση του αφορολόγητου για γονείς φοιτητών), παράλληλα με υποτροφίες σε άριστους φοιτητές και άνεργους φοιτητές, υπό την προϋπόθεση της διατήρησης της πολύ καλής (έως άριστης) ακαδημαϊκής επίδοσης
  21. Άμεση αποδοχή των προτάσεων Οργανισμών των Ιδρυμάτων, που έχουν κατατεθεί και αποδοχή των προτάσεων της Συνόδου Πρυτάνεων για εφαρμογή του άρθρου 58 του νόμου 4009/2011 για ίδρυση των Εταιρειών, που θα προέρχονται από την συνένωση των ΕΛΚΕ, των Εταιρειών Αξιοποίησης της Περιουσίας και ενδεχομένων Ερευνητικών Πανεπιστημιακών Ινστιτούτων που λειτουργούν στο ίδρυμα.
  22. Επαναφορά σε ισχύ όλων των διατάξεων του νόμου 4009/2011 –με την αναγκαία επικαιροποίηση– και ενεργοποίηση της προβλεπόμενης από τον ίδιο το νόμο αξιολόγησης της εφαρμογής του από επιτροπή εμπειρογνωμόνων. Το Συμβούλιο Ιδρύματος να λειτουργεί ως συμβούλιο στρατηγικού σχεδιασμού και κοινωνικής λογοδοσίας, ενισχύοντας το αυτοδιοίκητο των ιδρυμάτων.
  23. Ενίσχυση της Δια Βίου Μάθησης (π.χ. Ν.3879/2010) και της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης στο εξωτερικό (π.χ. 4027/2011).
  24. Επαναλειτουργία των Σχολών Δια Βίου Μάθησης στα ΑΕΙ (π.χ. Ν.4009/2011), ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους αποφοίτους να ανανεώνουν και να επικαιροποιούν τις γνώσεις που απέκτησαν με την λήψη του πτυχίου τους. Θεωρούμε απαραίτητη τη διαρκή επιμόρφωση για προσαρμογή των γνώσεων και δεξιοτήτων στις εξελίξεις της τεχνολογίας της αγοράς και της κοινωνίας. Τα προσφερόμενα σεμινάρια δεν οδηγούν σε λήψη πτυχίου και προσφέρονται με καταβολή διδάκτρων.
  25. Αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος, ώστε να επιτρέπεται η ίδρυση και λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων (με σαφείς κανόνες λειτουργίας και επαρκείς μηχανισμούς ελέγχου). Μετατροπή των Πανεπιστημίων και των ΤΕΙ σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, ώστε να ενισχυθεί η αυτονομία τους.
  26. Καθιέρωση του διατιθέμενου ποσοστού επί του ΑΕΠ για την Παιδεία στο 5%, ανεξαρτήτως ελλείμματος του κρατικού Προϋπολογισμού.



Τρίτη, 10 Μαΐου 2016

Ομιλία στο Περιφερειακό Συντονιστικό Συμβούλιο Κρήτης Δημοκρατικής Συμπαράταξης



ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗΣ
ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ
Περιφερειακού Συντονιστικού Συμβουλίου Κρήτης Δημοκρατικής Συμπαράταξης …στην πορεία προς την Συνδιάσκεψη
Ηράκλειο Κρήτης, 09.05.2016

Αγαπητές φίλες και φίλοι,
συντρόφισσες και σύντροφοι,
σας καλωσορίζω στην σημερινή πολιτική μας συζήτηση, που διεξάγεται στο πλαίσιο της πορείας της Δημοκρατικής Συμπαράταξης προς την Συνδιάσκεψη της.
Έχουν περάσει περίπου 10 μήνες από τότε που, το ΠΑ.ΣΟ.Κ., η ΔΗΜ.ΑΡ. και οι Κινήσεις Πολιτών για την Σοσιαλδημοκρατία, αποφάσισαν να συγκροτήσουν μια πολιτική-εκλογική συμμαχία, με σκοπό να αποτελέσει την εναλλακτική λύση στην καταστροφική πολιτική της Κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τις συντηρητικές και πλέον νεοφιλελεύθερες δοξασίες της Νέας Δημοκρατίας.
Μια συμμαχία, την «Δημοκρατική Συμπαράταξη», που συμμετείχε στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, επιτυγχάνοντας, για πρώτη φορά, να ανακόψει την καθοδική πορεία της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, που καταγράφηκε αρχικά το 2012 και συνεχίστηκε μέχρι και τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015.
Σήμερα, καλούμαστε, όλοι εμείς να κάνουμε ακόμα ένα βήμα. Δηλαδή να διαμορφώσουμε μια νέα πολιτική πρόταση του χώρου της Σοσιαλδημοκρατίας, από κοινού με την Μεταρρυθμιστική Ευρωπαϊκή Αριστερά, την Πολιτική Οικολογία και το Ριζοσπαστικό Κέντρο.
Μια πρόταση που θα βγάζει την χώρα οριστικά από την ηθική, θεσμική, πολιτική, οικονομική και κοινωνική κρίση των τελευταίων ετών.

Η διαμόρφωση αυτής της πρότασης δεν είναι μόνο προαπαιτούμενο για να πετύχει το εγχείρημα της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, εκλογικά. Είναι, κυρίως, προαπαιτούμενο προκειμένου να διαμορφώσουμε μια νέα σύγχρονη σοσιαλδημοκρατική παράταξη, και φυσικά, για να δώσουμε προοπτική στην χώρα.

Είναι προαπαιτούμενο για να στεφτεί με επιτυχία ο διάλογος που έχει ξεκινήσει ήδη, με όλο το φάσμα των κεντρώων και αριστερών ευρωπαϊκών δυνάμεων του τόπου μας, μέσα από την Επιτροπή Θέσεων και Διαλόγου για τις Προοδευτικές Μεταρρυθμίσεις.

Είναι γνωστό, και ιστορικά, ότι ο ευρύτερος χώρος της δημοκρατικής παράταξης δεν μπορεί να υπάρξει μέσα απλές συγκολλήσεις προσώπων, μηχανισμών, φιλοδοξιών.

Πάντοτε, η προοδευτική παράταξη δυνάμωνε και έδινε λύσεις, όταν στηριζόταν σε ένα πλαίσιο αρχών και αξιών, διαμορφώνοντας παράλληλα ένα όραμα για την χώρα.

Ένα όραμα που έδινε ελπίδα και προοπτική σε κάθε Ελληνίδα και Έλληνα.

Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια περιοριστικών πολιτικών έντονης λιτότητας, αλλά και μετά την απόλυτη απογοήτευση της κοινωνίας από τους θιασώτες των «εύκολων λύσεων» και τους προπαγανδιστές με τα «παχιά λόγια», δεν έχουμε το δικαίωμα να αποτύχουμε!

Γι’ αυτό, το όραμα της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας και η πρόταση της προς του Έλληνες, δεν μπορεί   να συγκροτείται από επιμέρους πελατειακές ή συντεχνιακές υποσχέσεις, διευθετήσεις συμφερόντων, βερμπαλιστικά συνθήματα ή …πολιτικά αφελείς προτάσεις, όπως πρόσφατα χαρακτήρισε ο Πρωθυπουργός ολόκληρη την πολιτική ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ από το 2011 μέχρι σήμερα…

Το όραμα μας πρέπει να είναι ένα πλαίσιο προτάσεων που θα απαντά με μεθοδικότητα σε πραγματικά προβλήματα, αλλά και θα θέτει ρεαλιστικούς στόχους για το μέλλον της χώρας. Αυτό καλούμαστε να ξεκινήσουμε στην επερχόμενη συνδιάσκεψη, αλλά και να το συνεχίσουμε μέχρι τις επόμενες εκλογές, όποτε και αν αυτές γίνουν.

Τελικός, στόχος, όλης αυτής της πολιτικής διαδικασίας, τουλάχιστον για εμάς στις Κινήσεις Πολιτών, είναι η συγκρότηση ενός νέου ενιαίου πολιτικού φορέα με συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις, εκλεγμένη ηγεσία και ενιαία αιρετά συλλογικά όργανα, που θα δώσει στον χώρο μας δυνατότητα παρέμβασης στις εξελίξεις αλλά και στον λαό μας μια νέα προοπτική.

Η οργανωτική-εκλογική αφετηρία για αυτή την προσπάθεια ήταν οι εκλογές της 25ης Σεπτεμβρίου. Η ουσιαστική πολιτική αφετηρία, όμως, γίνεται εδώ και μερικούς μήνες, με την συγκρότηση των ομάδων εργασίας για την επεξεργασία των επιμέρους προτάσεων, που θα συζητηθούν στην συνδιάσκεψη, και με την συγκρότηση των Περιφερειακών Συντονιστικών Συμβουλίων της Δημοκρατικής Συμπαράταξης σε κάθε Περιφέρεια.

Αυτή η διαδικασία, εδώ στην Κρήτη, έγινε παρουσία της Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Φώφης Γεννημάτα, του Προέδρου της ΔΗΜΑΡ, Θανάση Θεοχαρόπουλου και του εκπροσώπου των «Κινήσεων Πολιτών» Νίκου Διακουλάκη, πριν δυο περίπου μήνες.

 

Αγαπητοί φίλοι και φίλες,

Αυτή η νέα πολιτική πρόταση που επιδιώκουμε να διαμορφώσουμε, προφανώς δεν θα είναι μια πρόταση «εν κενό».

Σίγουρα, οφείλει να πιάνει το νήμα από τις βασικές και θεμελιώδεις αξίες της ελληνικής και ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και να αντιλαμβάνεται την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ελληνική κοινωνία σήμερα, αλλά και στην πολύ χειρότερη που θα βρεθεί σε μερικούς μήνες από τώρα, λόγω της άστοχης, άνευ σχεδίου πολιτικής της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Έτσι, πρέπει να στηριχτούμε στα θετικά που έχει δημιουργήσει αυτός ο χώρος, που κυρίως εκφράστηκε από το ΠΑΣΟΚ, τα τελευταία 40 χρόνια. Αλλά και να ενσωματώσουμε την εμπειρία από τα λάθη, τις στρεβλώσεις, τις παραλείψεις, αλλά και τις ηθικές παρεκτροπές, σε ορισμένες περιπτώσεις όπου αυτό συνέβη.

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ότι πριν την πραγματική «πρώτη φορά αριστερά», το 1981, η χώρα μας δεν είχε κοινωνικό κράτος!

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ότι υπήρχαν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, χωρίς καν συνταξιοδοτική κάλυψη, όπως οι αγρότες.

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ότι η χώρα δεν είχε σύγχρονο οικογενειακό δίκαιο και θεσμοθετημένους κανόνες πραγματικής ισότητας των δύο φύλλων.

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ότι δεν υπήρχε Εθνικό Σύστημα Υγείας, όπως σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα.

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ότι δεν υπήρχαν οι υποδομές παιδείας και έρευνας τέτοιες ώστε η μόρφωση να είναι πραγματικό κτήμα του λαού.

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ότι στην Ελλάδα δεν λειτουργούσε πραγματικά το λεγόμενο «κοινωνικό ανσασέρ», αφού μεγάλα τμήματα της κοινωνίας δεν μπορούσαν να ελπίζουν στην κοινωνική και επαγγελματική ανέλιξη τους.

Στην ουσία, πριν το 1981, η χώρα «άνηκε μεν στην Δύση» & την ΕΟΚ, αλλά δεν ήταν πραγματικό «δυτικό» κράτος. Δηλαδή, δεν ήταν ένα κράτος με όλα τα στοιχεία του κράτους δικαίου και του κοινωνικού κράτους, που είχαν θεμελιωθεί στην τότε λεγόμενη, «Δυτική Ευρώπη».

Όταν, το καλοκαίρι του 2015, σε αυτό το άστοχο και κοστοβόρο για τον λαό και την χώρα δημοψήφισμα που προκάλεσε ο πανικόβλητος κ. Τσίπρας, ταχτήκαμε υπέρ του «ΝΑΙ», δεν το κάναμε γιατί θέλαμε τα νέα μέτρα της «πρότασης Γιούνκερ» των 8δις, που και αυτά θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί.

Αλλά γιατί υπερασπιζόμασταν αυτό το λαϊκό και εθνικό κεκτημένο! Ένα κεκτημένο που θα εξαϋλωνόταν αν η χώρα κατρακυλούσε εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και €.

Αυτή την Ευρωπαϊκή προοπτική θέλαμε να κατοχυρώσουμε, να υπερασπιστούμε και σήμερα να συνεχίσουμε.

Τώρα, λοιπόν, πρέπει να χτίσουμε  τη νέα πρόταση μας βάζοντας πολύ ψηλά την κοινωνική μας πολιτική. Την πολιτική που σε μεγάλο βαθμό μας διαφοροποιεί από τις δυνάμεις του φιλελευθερισμού & της αχαλίνωτης δράσης των αγορών.

Έχοντας στο μυαλό μας αυτές τις παλαιότερες μας επιλογές οφείλουμε να τους δώσουμε ένα σύγχρονο περιεχόμενο. Η νέα πρόταση μας για το κοινωνικό κράτος οφείλει να λαμβάνει υπόψη την τεράστια κοινωνική φθορά που δημιούργησαν οι αναγκαστικές, μέχρι ένα σημείο, πολιτικές λιτότητας και να απαντάει στη «νέα φτώχια» και τη «νέα περιθωριοποίηση» που πλήττει πολλές κοινωνικές ομάδες.

Η πρόταση μας αυτή οφείλει να είναι στοχευμένη, αποτελεσματική, δίκαιη και κυρίως να αξιολογείται για τα πραγματικά της επιτεύγματα.

Πλέον η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατική κοινωνική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται σε επιδόματα και σε μια έμμεση αύξηση του ιδιωτικού εισοδήματος.

Η κοινωνική πολιτική της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να στηρίζεται στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών, που από την μια θα στηρίζουν όσους δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά, αμβλύνοντας τον κοινωνικό αποκλεισμό, αλλά από την άλλη θα δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ίσες ευκαιρίες στην μόρφωση, την γνώση, την επαγγελματική κατάρτιση και την εργασία, ώστε να επανέλθει η δυνατότητα σε όλους να αλλάξουν την κατάσταση στην οποία βρίσκονται.

Ο χώρος της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας απέδειξε ότι και μέσα στην κρίση μπορούν να ασκηθούν τέτοιες πραγματικά αριστερές πολιτικές. Μια τέτοια πολιτική ήταν αυτή του «Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος», που εισήγαγε στο τέλος του 2014 ο Βασίλης Κεγκέρογλου, ως Υφυπουργός Εργασίας, την οποία με συνοπτικές διαδικασίες εξαφάνισε η Κυβέρνηση της λεγόμενης «πρώτης φορά αριστεράς».

Ταυτόχρονα, όμως, η πρόταση μας, που συμπυκνώνεται στον όρο «Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο» πρέπει να δίνει απαντήσεις και στο πως θα παραχθεί ο πλούτος. Γιατί, χωρίς νέο πλούτο δεν μπορεί να θεμελιωθεί το νέο κοινωνικό κράτος, ούτε μπορούν να αμβλυνθούν οι πραγματικές ανισότητες και να δοθούν ίσες ευκαιρίες σε όλους.

Το νέο αυτό κοινωνικό συμβόλαιο θα πρέπει να το διαμορφώσουμε μαζί με την κοινωνία και τους παραγωγικούς φορείς. Και κάνω εδώ μια παρένθεση για να αναφερθώ σε αυτό που βιώσαμε τα χρόνια της κρίσης, δηλαδή στο μοντέλου ενός ανορθολογικού & λαϊκίστικου συνδικαλισμού .

Ενός συνδικαλισμού που ήταν κατεξοχήν συντεχνιακός και μακριά από τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και την εθνική προσπάθεια για την διασφάλιση των γεωπολιτικών κεκτημένων μας, αλλά και τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις που χρειαζόταν η χώρα.

Ενός συνδικαλισμού που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ενίσχυση του «αντιμνημονιακού μετώπου», αφού δεν τέθηκε επικεφαλής των μεγάλων αλλαγών.

Για εμάς, τον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, το συνδικαλιστικό κίνημα και επιμέρους επιστημονικές, επαγγελματικές και επιμελητηριακές οργανώσεις είναι βασικοί εταίροι στην διαμόρφωση του κοινωνικού συμβολαίου.

Χωρίς αυτούς δεν μπορεί να υπάρξει ένα εφαρμόσιμο και δίκαιο κοινωνικό συμβόλαιο και μεγάλης διάρκειας συνεννόηση.

Άρα, σε αυτή την βάση πρέπει να αγωνιστούμε, μέσα από τις τάξεις μας για την διαμόρφωση ενός νέου μοντέλου συνδικαλισμού!

Ενός συνδικαλισμού που θα είναι εθνικός και κοινωνικός. Δηλαδή, που θα θέτει εθνικού επιπέδου προτάγματα μέσα στα οποία θα εντάσσει την ευημερία του κάθε κλάδου και επαγγελματικής τάξης.

Είναι δική μας ευθύνη, της Σοσιαλδημοκρατίας, να απαντήσουμε  σε αυτή την πρόκληση με τις πρωτοβουλίες μας και να ξεπηδήσει από τις τάξεις μας αυτό το νέο συνδικαλιστικό & επαγγελματικό κίνημα.

Κλείνω αυτή την παρένθεση επισημαίνοντας ότι είναι ευθύνη και του συνδικαλιστικού χώρου και των επαγγελματικών ενώσεων να χαράξουμε ένα κοινωνικό συμβόλαιο που θα στηρίζει κυρίως πολιτικές τόνωσης της παραγωγής.

Γιατί, όλοι ξέρουμε, ότι αυτό που οδήγησε στην μεγάλη κρίση, πέρα από τις κακουργηματικές πολιτικές της Κυβέρνησης Καραμανλή, ήταν και η κατάρρευση, σταδιακά μετά το 2002, του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.

Ενός μοντέλου που στηριζόταν κυρίως στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, με δανεικά, και στην παροχή υπηρεσιών μόνο στο εσωτερικό της χώρας.

Ενός μοντέλου που διακρινόταν από την μηδενική ως ελάχιστη σύνδεση της πανεπιστημιακής έρευνας με την επιχειρηματική καινοτομία και την παραγωγή. Και που αρκούνταν στις πολιτικές τεχνητής τόνωσης της ζήτησης (π.χ. με τις επιδοτήσεις για tablets, ή αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού), στην κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα, ή με νομικά τερτίπια στην διαμόρφωση ιδιωτιών μονοπωλίων σε διάφορες δραστηριότητες.

Ενός μοντέλου που πολλές φορές στηριζόταν –και ίσως το κάνει ακόμα- στην «αρπαχτή», την φοροδιαφυγή και την υπερκοστολόγηση προϊόντων και υπηρεσιών.

Σήμερα, σε μια οικονομία που πραγματικά λειτουργεί με πολύ μεγάλη ταχύτητα σε ένα πλήρως παγκοσμιοποιημένο σκηνικό δεν μπορεί να υπάρξει πλούτος χωρίς ανταγωνιστική, καινοτόμα και διαρκώς εξελισσόμενη παραγωγή. Χωρίς ποιοτικά προϊόντα προστιθέμενης αξίας, που θα παράγονται στην Ελλάδα και θα διακινούνται σε όλο τον κόσμο. Χωρίς επιχειρηματική δημιουργία και επιχειρηματικότητα ευκαιρίας.

Για να το πετύχουμε αυτό είναι θεμελιώδης όρος η προσέλκυση ξένων επενδύσεων σε τομείς στους οποίους η χώρα μας έχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, αλλά και στους οποίους υπάρχει ενεργή διεθνής ζήτηση.

Αυτό όμως δεν φτάνει! Αν θέλουμε να σταθούμε ξανά στα πόδια μας θα πρέπει να αξιοποιήσουμε και το δυναμικό που υπάρχει ήδη στην Ελλάδα, αλλά και τους δεκάδες χιλιάδες Έλληνες που έφυγαν στο εξωτερικό!

Είναι επιτακτική ανάγκη να προχωρήσουμε σε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, όχι μόνο διοικητικού τύπου που θα περιορίζουν την γραφειοκρατία. Αλλά πραγματικές μεταρρυθμίσεις που θα απελευθερώνουν την αγορά και διαλύουν τις όποιες στρεβλώσεις και τα καρτέλ.

Αυτές οι μεταρρυθμίσεις θα βοηθήσουν κυρίως τη νέα γενιά, που βιώνει δραματικά αδιέξοδα, να αναπτύξει επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και να δημιουργήσει επιχειρήσεις που σε πρώτη φάση θα υποστηρίξουν τις ξένες επενδυτικές πρωτοβουλίες και που στην συνέχεια θα μπορέσουν να γίνουν πιο εξωστρεφείς.

Αν αυτή την μεγάλη τομή, που ακούει στον όρο «οικονομική δημοκρατία», δεν την κάνει ο πολιτικός χώρος της Σοσιαλδημοκρατίας δεν μπορεί να την κάνει κανείς.

Και αν αυτό δεν γίνει σύντομα, τότε το μόνο σίγουρο ότι η «ανάπτυξη» που θα έρθει θα βρίσκεται πιο κοντά στις αντιλήψεις την Νέας Δημοκρατίας. Δηλαδή, θα είναι μια ανάπτυξη για λίγους, που σημαντικό τμήμα της θα μεταφέρεται ως κέδρος στο εξωτερικό.

Από την άλλη, φίλες και φίλοι, γνωρίζουμε όλοι, ότι η χώρα μας, παρά τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες της περιόδου 1994-2000 και 2009-2011 εξακολουθεί να έχει έναν δημόσιο τομέα που δεν διακρίνεται για τον ευρωπαϊκό του χαρακτήρα.

Όμως, αυτό πρέπει να αλλάξει! Είναι σε όλους μας κατανοητό, ότι καμία αναπτυξιακή πολιτική, αλλά και καμία κοινωνική πολιτική δεν μπορεί να πετύχει, αν έχουμε ένα κράτος δυσλειτουργικό, κομματικό και διεφθαρμένο, με άχρηστες δομές και αντιπαραγωγικές διαδικασίες.

Άρα, άλλο ένα σημαντικό σκέλος της μεταρρυθμιστικής πολιτικής μας πρότασης, οφείλει να είναι η ανασυγκρότηση του διοικητικού μηχανισμού του κράτους.

Μια ανασυγκρότηση που θα πρέπει να αξιοποιεί τις νέες τεχνολογίες, τόσο εσωτερικά όσο και στην εξ αποστάσεως εξυπηρέτηση του πολίτη, και να θεμελιώνει μια γενναία αποκέντρωση πόρων και εξουσιών.

Αλλά, κυρίως, να κατοχυρώνει την αξιοκρατία και την διαφάνεια.

Είναι προφανές, ότι για να δομηθεί ένα τέτοιο κράτος θα πρέπει να συγκρουστούμε με τα κακώς κείμενα του παρελθόντος, δηλαδή και με τον κακό εαυτό του ΠΑ.ΣΟ.Κ., που συμμετείχε και ανέχτηκε σε κάποιο βαθμό, κατά το παρελθόν, την πελατοκρατία και τον συντεχνιασμό, μέσα στον δημόσιο τομέα.

Προσωπικά, θεωρώ επίσης, ότι δεν μπορεί να υπάρξει αναμόρφωση του κράτους χωρίς κατάργηση υπηρεσιών και δημιουργία νέων, χωρίς προαιρετικές και αναγκαστικές μετατάξεις προσωπικού, χωρίς οργανωμένη & υποχρεωτική μετάθεση ικανών υπαλλήλων προς την περιφέρεια και χωρίς στοχευμένες πρόωρες συνταξιοδοτήσεις ή απολύσεις υπαλλήλων. Δηλαδή υπαλλήλων που είναι ακατάλληλοι αλλά και που δεν επιθυμούν να συνεργαστούν/συμμετάσχουν σε αυτή την προσπάθεια. Δηλαδή που δεν επιθυμούν να επιμορφωθούν ή να αλλάξουν θέση, ή αντικείμενο, ή μέθοδο εργασίας, κλπ.

Οι φίλοι δημόσιοι υπάλληλοι οφείλουν να καταλάβουν ότι υπηρετούν τους πολίτες και για αυτό έχουν προσληφθεί. Αυτοί είναι οι εργοδότες τους! Και η εκάστοτε Κυβέρνηση είναι ο «διαχειριστής» στον οποί ο λαός δίνει εντολή να καθορίσει την δομή και το μοντέλο λειτουργίας του δημοσίου. Η αποτελεσματικότητα του δημοσίου τομέα είναι ευθύνη των Κυβερνήσεων και οι δημόσιοι υπάλληλοι οφείλουν να αποδέχονται τις δομικές & διαχειριστικές επιλογές που οι Κυβερνήσεις κάνουν για αυτό τον σκοπό.

Ομοίως, φίλες και φίλοι δεν μπορεί να υπάρξει αναμόρφωση του κράτους, ώστε να γίνει «στρατηγείο» όπως, ήδη από το 1993, είχε πει ο Ανδρέας Παπανδρέου, χωρίς διαρκείς διαδικασίες επιμόρφωσης και κατάρτισης των στελεχών του, αλλά και χωρίς αλλαγή του αντικειμένου πολλών υπηρεσιών, ώστε αυτό να είναι εποπτικό & ελεγκτικό διαδικασιών, που θα ανατεθούν αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα, και όχι εκτελεστικό αυτών.

Φίλες και φίλοι,

Κλείνοντας επιβάλλεται να πω και δύο λόγια για το πραγματικό αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται η χώρα σήμερα, λόγω της διακυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα και της «παρέας» του Μαξίμου.

Βιώνουμε όλοι τα αποτελέσματα μιας πολιτικής που δεν συγκροτήθηκε πάνω στις αυταπάτες του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά με στόχο την εξαπάτηση του ελληνικού λαού.

Όλοι γνωρίζουμε ότι το πολιτικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ το 2012 ή το 2015 δεν είχε καμία διαφορά από τα αντίστοιχα συνθήματα και τις ιδεοληψίες που είχαν τα προγράμματα τους το 2007 ή το 2009. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ, είχε ως πρόταγμα του αυτές τις προτάσεις, θα ήταν ακόμα στο 4% και 5%...

Ο ελληνικός λαός ποτέ δεν είδε μέσα σε αυτές τις προτάσεις ένα ολοκληρωμένο σχέδιο και κάποιο όραμα για το μέλλον της χώρας. Το μόνο που έβλεπε ήταν διάφορες μεγάλες ιδέες και ωραία λόγια που δεν απαντούσαν ποτέ στο «πως», «πότε», «που», «με ποιους» και με τι πόρους… Γι’ αυτό και ποτέ δεν τους εμπιστεύτηκε!

Αντίθετα, τους έδωσε σημασία, όταν «έκρυψαν» το πραγματικό -κατά βάση αναχρονιστικό- πρόγραμμα τους, που αντιστοιχεί περισσότερο σε σχετικά απομονωμένη μια χώρα του 20ου αιώνα με δικό της νόμισμα, και πρόταξαν το «πρόγραμμα» εξαπάτησης του λαού…

Όλοι βιώσαμε τις τραγικές συνέπειες της μερικής απόπειρας εφαρμογής αυτού του «αντιμνημονιακού» προγράμματος και ακόμα περισσότερο όλοι βλέπουμε καθημερινά ποιο είναι το σταθερό εδώ και χρόνια πολιτικό τους πρόγραμμα στην δημόσια διοίκηση, την παιδεία, την υγεία, την ανάπτυξη, κλπ.

Επί 15 ολόκληρους μήνες δεν έχουν νομοθετήσει καμία απολύτως μεταρρύθμιση για την οικονομία και την αγορά.

Καμία απολύτως διαδικασία για τον εκσυγχρονισμό του δημοσίου και την βελτίωση της αποτελεσματικότητας των δαπανών του.

Καμία απολύτως ρύθμιση που να αναβαθμίζει το περιεχόμενο της εκπαίδευσης, ώστε να την καθιστά μοχλό κοινωνικής & επαγγελματικής αναβάθμισης ή αναπτυξιακό εργαλείο για την χώρα. Ίσα – ίσα σε αυτόν τον τομέα κάνουν το ακριβώς αντίθετο!

Ούτε καν κάποια ρύθμιση για την καταπολέμηση της διαφθοράς, της διαπλοκής, του λαθρεμπορίου και όλων αυτών με τα οποία ο Αλέξης Τσίπρας συγκρούεται καθημερινά, με τα λόγια, χωρίς στην πράξη να κάνει τίποτα.

Είμαι σίγουρος ότι όσο περνάει ο καιρός ο λαός θα καταλαβαίνει την πραγματική «γύμνια» αυτής της «αριστεράς».

Θα καταλαβαίνει ότι ποτέ δεν είχαν κάποιο σχέδιο για αυτή την χώρα.

Θα καταλαβαίνει ότι οι απόψεις τους είναι εγκλωβισμένες σε ιδεολογικά σχήματα που δεν ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες.

Θα καταλαβαίνει ότι πρακτικές τους είναι συγκεντρωτικές, αυταρχικές και αντιδημοκρατικές και ως εκ τούτου αδύναμες να εμπνεύσουν τους πολίτες και να κινητοποιήσουν τις δημιουργικές δυνάμεις εντός της δημόσιας διοίκησης, αλλά και συνολικά της κοινωνίας.

Φίλες και φίλοι,

γι’ αυτό και για όλα όσα έχω αναφέρει, είναι ευθύνη μας να δώσουμε διέξοδο στην αγωνία του λαού μας και απαντήσεις στις ανάγκες του.

Γιατί αν δεν το κάνουμε εμείς υπεύθυνα και αποφασιστικά, τότε η χώρα κινδυνεύει να οδηγηθεί στο άλλο άκρο. Δηλαδή στην παλινόρθωση της παράταξης της Νέας Δημοκρατίας, που κατέστρεψε την χώρα την περίοδο 2005-2009.

Στην παλινόρθωση μιας ελληνικής δεξιάς που ταυτίζει την μεταρρύθμιση με την λιτότητα για την μισθωτή εργασία.

Που ταυτίζει την ανάπτυξη με την μη δίκαιη φορολόγηση του κέρδους.

Που ταυτίζει την επενδυτική ευκαιρία με την χαλάρωση των περιβαλλοντικών όρων και των όρων κοινωνικής προστασίας.

Που ταυτίζει την αξιοποίηση του περιβαλλοντικού, πολιτιστικού και συμβολικού κεφαλαίου αυτού του τόπου με την απόλυτη εμπορευματοποίηση του.

Που αποδέχεται την προοπτική της Ελλάδας ως μιας χώρας «έντασης εργασίας», αντί μια χώρα «έντασης της γνώσης».

Φίλες και φίλοι,

στην προσεχή συνδιάσκεψη μας καλούμαστε να δώσουμε απαντήσεις και προτάσεις για όλα αυτά τα ζητήματα. Και ταυτόχρονα να περιγράψουμε το όραμα μας για μια ασφαλή, δημοκρατική, παραγωγική, δίκαιη, ευρωπαϊκή χώρα στον σύγχρονο κόσμο.

Παράλληλα, καλούμαστε μέσα από τις προτάσεις μας να αντιμετωπίσουμε μαζί με την Ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατική οικογένεια τις μεγάλες παγκόσμιες προσκλήσεις, όπως είναι η κλιματική αλλαγή και η μετανάστευση.

Πρέπει να κατανοήσουμε ότι μεγάλο μέρος των μεταρρυθμίσεων που θα προτείνουμε σε όλα τα επίπεδα, στους θεσμούς, την δημόσια διοίκηση, την οικονομία, την παιδεία, την έρευνα, την υγεία, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και αυτές τις μεγάλες παγκόσμιες αλλαγές, που δεν μπορούμε να αποφύγουμε!

Πλέον καμία χώρα δεν μπορεί να σταθεί μόνη της στον κόσμο, δίνοντας προοπτική στον λαός της, αντιμετωπίζοντας παράλληλα με αποτελεσματικότητα, τις προκλήσεις που υπάρχουν.

Αυτός είναι ο σημαντικότερος λόγος που επιβάλλεται να συμβάλουμε και εμείς στην διαμόρφωση μιας προοδευτικής πλειοψηφίας στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, μετά από μια δεκαετία κυριαρχίας της δεξιάς…

Μια κυριαρχία που έχει οδηγήσει σε πολλά δυσάρεστα κοινωνικά φαινόμενα, αλλά και ακόμα σε χειρότερα πολιτικά, όπως η άνοδος της ακροδεξιάς και διαφόρων εθνικιστικών απομονωτικών κινημάτων, που εύηχα αυτοαποκαλούνται «ευρωσκεπτικιστικά».

Με αυτές τις σκέψεις και πολλές άλλες που έχουν κατατεθεί ανά την Ελλάδα σε ανάλογες εκδηλώσεις, αλλά και στα πολιτικά κείμενα της συνδιάσκεψης, οι Κινήσεις Πολιτών για την Σοσιαλδημοκρατία, συμμετέχουν στην μεγάλη προσπάθεια που συνεχίζουμε και από την Κρήτη για το χτίσιμο μιας νέας σύγχρονης σοσιαλδημοκρατικής παράταξης στην Ελλάδα.

Ευχαριστώ.

 

Μανώλης Πετράκης

- Μέλος Κεντρικής Συντονιστικής Επιτροπής «Κινήσεων Πολιτών για την Σοσιαλδημοκρατία»

- Μέλος Περιφερειακού Συντονιστικού Συμβουλίου Κρήτης της Δημοκρατικής Συμπαράταξης

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015




ΠΕΤΡΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

του ΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ
ΝΟΜΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ


ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
στο κάλεσμα αυτο-οργάνωσης
εκδήλωση παρουσίασης υποψηφίων Βουλευτών Ν. Ηρακλείου
Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών

Φίλες και φίλοι,
Χαιρετίζω με την σειρά μου την δυναμική παρουσία σας στην πρώτη συνάντηση του Κινήματος μας στο Ηράκλειο. Είμαι σίγουρος ότι ο δημοκρατικός λαός του Ηρακλείου θα δώσει την μάχη σε αυτές τις εκλογές, έστω και υπό αντίξοες συνθήκες, για να έρθει ξανά ο λαός στο προσκήνιο.
Για να κάνουμε την χώρα μας πραγματικά ευρωπαϊκή, απαλλαγμένη από τον βραχνά της πελατοκρατίας!
Για να κάνουμε το κράτος μας δημοκρατικό, διαφανές, αποτελεσματικό και σύγχρονο!
Για να κάνουμε την οικονομία μας παραγωγική, στηριγμένη στους δημιουργικούς Έλληνες και απαλλαγμένη από  κάθε λογής καρτέλ και παράσιτα!
Για να κάνουμε την κοινωνία μας δίκαιη, στηρίζοντας τον πολίτη που υποφέρει και μοιράζοντας αναλογικά δικαιώματα και υποχρεώσεις!
Για να φέρουμε το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών ψηλά, όπως αρμόζει στις αξίες, τις ιδέες και την ιστορία της δημοκρατικής παράταξης!
Φίλες και φίλοι,
έχουμε απέναντι μας μια απελθούσα αποτυχημένη Κυβέρνηση που δεν κατάφερε να κλείσει την μνημονιακή περίοδο, παρότι ήταν συμφωνημένο.
Που δεν κατάφερε να ανοίξει την διαπραγμάτευση για το χρέος, παρότι είχε προδιαγραφεί από το 2011 και υπογραφεί το 2012.
Που επέλεξε, για χάρη εκλογικών σκοπιμοτήτων, να προτάξει το μικροκομματικό συμφέρον και να αφήσει την χώρα μετέωρη, παρά να απαλλάξει τον λαό από την σκληρή επιτήρηση.
Δηλαδή, μια απελθούσα Κυβέρνηση που έκανε ακριβώς το αντίθετο απ’ ότι έκανε ο ηγέτης μας ο Γιώργος Παπανδρέου. Ο οποίος θυσίασε σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο την Πρωθυπουργία, αλλά και μεγάλο μέρος από τον συμβολισμό του ονόματος «Παπανδρέου».
Κάτι που είμαι σίγουρος ότι όλοι μαζί,  ξεκινώντας από εδώ σήμερα, θα αποκαταστήσουμε!
Από την άλλη έχουμε μια αξιωματική αντιπολίτευση που υπόσχεται σε όλους αυτό που θέλουν να ακούσουν, ενώ παράλληλα έχει μονοθεματικό και αποπροσανατολιστικό λόγο.
Δηλαδή, ασχολείται μόνο με τις συνέπειες της κρίσης, όπως το μνημόνιο και την συνακόλουθη φτώχεια και ΔΕΝ προτείνει τίποτα για την αντιμετώπιση των πραγματικών αιτίων, που οδήγησαν την χώρα στην πτώχευση.
Μια αξιωματική αντιπολίτευση που, ταυτόχρονα, αφήνει στο απυρόβλητο την Κυβέρνηση της Ν.Δ. της περιόδου 2004-2009, χρεώνοντας όλα τα στραβά γενικώς στην περίοδο της «μεταπολίτευσης».
Παράλληλα, δεν ασχολείται καθόλου με όλα εκείνα τα φαινόμενα που κρατάνε «δέσμια» τη χώρα.
Προ αυτού του αδιεξόδου ο ηγέτης μας, ο Γιώργος Παπανδρέου, πήρε την πρωτοβουλία να ιδρύσει ένα νέο ΚΙΝΗΜΑ.
Ένα Κίνημα που λέει την αλήθεια.
Ένα Κίνημα που θα αναδείξει τα πραγματικά προβλήματα της χώρας και του λαού και που θα προτείνει ρεαλιστικές προοδευτικές λύσεις.
Λύσεις μακριά από τον  λαϊκισμό, τον τυχοδιωκτισμό, αλλά και τις θολές και απολίτικες προτάσεις, που είναι εκ προοιμίου υποταγμένες στο μιντιακό σύστημα!
Σε αυτή την προσπάθεια σας καλούμε όλους να μας στηρίξετε!
Ευχαριστώ!

Καλό μας αγώνα!!!


Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

Το κράτος και οι ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές

Δημοσιεύτηκε: openvoice.gr, ΠΟΛΙΤΙΚΗ, 17 Ιουνίου 2013

Όλοι γνωρίζουμε ότι στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, μετά την πόλεμο, αλλά και μετά την κατάρρευση του «ανατολικού μπλοκ», υπήρξε προβληματισμός, διαφορετικές εκδοχές και σαφείς διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των διαφόρων πολιτικών παρατάξεων για την σημασία και τον ρόλο του κράτους.
Οι πιο συντηρητικές παρατάξεις αντιλαμβάνονται το κράτος με ένα «στενό» τρόπο, κυρίως ως εργαλείο επιβολής της κυρίαρχης αντίληψης-ιδεολογίας και διατήρησης της καθεστηκυίας κοινωνικής τάξης (status quo) και των νόμων. Παράλληλα το προσεγγίζουν ως μόρφωμα ελέγχου της δραστηριότητας των πολιτών και ως εργαλείο επιβολής των εκάστοτε πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά ισχυρών.

Αυτή η αντίληψη είναι ιδιαίτερα έντονη στην ιστορία της ελληνικής δεξιάς («κράτος του χωροφύλακα»), αλλά και στην πολιτική δράση των περισσότερων στελεχών της. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και σήμερα η πλειοψηφία των στελεχών της ασχολείται επισταμένα με τα προβλήματα των ένστολων, των ιερωμένων και των δικαστών, αλλά ελάχιστα με τους υπόλοιπους δημοσίους υπαλλήλους, τον ρόλο τους και την προσφορά τους. (Π.χ. ο Πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς έχει συναντηθεί π.χ. με τους απόστρατους αξιωματικούς, αλλά όχι με τους καθηγητές ή τους γιατρούς του ΕΣΥ). Παράλληλα, όσο πιο δεξιά είναι η πολιτική απόχρωση της εκάστοτε πολιτικής δύναμης ή προσώπου τόσο πιο έντονα επιχειρεί να αναβαθμίσει το ρόλο/σημασία του στρατού, της αστυνομίας και της δικαιοσύνης ως κυρίαρχο έναντι κάθε άλλης δραστηριότητας, αλλά και αξίας-παροχής του κράτους ευρύτερα προς τους πολίτες.
Αντίστοιχα, οι πιο φιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις αντιστέκονται σε αυτή την προσέγγιση για τον ρόλο των κρατικών υπηρεσιών, φτάνοντας μέχρι και την εξαφάνιση του. Βέβαια, πολλές φορές οι ιδέες τους οδηγούν στην πλήρη περιθωριοποίηση του κράτους με την υπερβολική εξύψωση του ρόλο του «ατόμου». Αυτό πρακτικά εμποδίζει τον κοινωνικό μετασχηματισμό και την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων μια και με την απόλυτη αποχή των κρατικών δομών συντηρούνται οι κάθε είδους (κυρίως ταξικές) ανισότητες ευκαιριών.
Δηλαδή η απόλυτη απόσυρση του κράτους από σειρά δραστηριοτήτων και παρεμβάσεων για την διαμόρφωση κανόνων στην οικονομική και κοινωνική οργάνωση μιας χώρας, στη πράξη ενισχύει τους κάθε λογής «ισχυρούς» και επιτρέπει την διαιώνιση της ανισότητας και των διακρίσεων, περιορίζοντας τη λειτουργία του λεγόμενου «κοινωνικού ασανσέρ». Μια απόλυτα «φιλελεύθερη» κοινωνία χωρίς κρατικό παρεμβατισμό μοιραία οδηγεί σε μια κοινωνία με δομές φεουδαρχικής ή νομαδικής λειτουργίας και στο εθιμικό δίκαιο του «ισχυρού» ή της «φαμίλιας» που ισχύει ακόμα σε ορεινές περιοχές της πατρίδας μας.
Αντίθετα, οι προοδευτικές παρατάξεις αντιλαμβάνονται, το κράτος ως ένα εργαλείο προάσπισης των δικαιωμάτων των αδυνάτων. Ως ένα εργαλείο επιβολής κανόνων και δικαίου που συνήθως παραβιάζονται από τους ισχυρούς της εκάστοτε κοινωνίας, εις βάρος των πιο αδύναμων μορφωτικά, κοινωνικά, οικονομικά, κλπ. Ως ένα εργαλείο άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων δια της παιδείας και της παροχής ίσων ευκαιριών και στοιχειωδών πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.
Στο πλαίσιο αυτό, οι προοδευτικές σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις εισήγαγαν την έννοια του κοινωνικού κράτους αλλά και του κράτους ως «μοχλό ανάπτυξης». Το κοινωνικό κράτος αφορά κυρίως τους τομείς της υγείας, της παιδείας, της επαγγελματικής κατάρτισης, της πρόνοιας, της κοινωνικής επανένταξης, της φαρμακευτικής κάλυψης, κλπ. Από την άλλη το αποκεντρωμένο κράτος με οργανωμένες και επιστημονικά άρτιες υπηρεσίες που μελετούν, σχεδιάζουν και καθορίζουν το μοντέλο ανάπτυξης, με σεβασμό στο περιβάλλον, τις τοπικές ιδιαιτερότητες και δυνατότητες, είναι έννοιες και δομές που εισήχθησαν από την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και τα εργατικά κόμματα.
Ιδιαίτερα, στην Ελλάδα όλα τα παραπάνω, αλλά και η μεγάλη δημοκρατική κατάκτησης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε επίπεδο Δήμων & Περιφερειών είναι θεσμοί που σε όλες τις μορφές του προωθήθηκαν από τις προοδευτικές μεταρρυθμιστικές δυνάμεις του τόπου. Από τις πρώτες εκπαιδευτικές, οικονομικές και παραγωγικές μεταρρυθμίσεις στις αρχές του 20ου αιώνα από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, μέχρι την «Αλλαγή» του 1981 από τον Ανδρέα Παπανδρέου, η προοδευτική δημοκρατική παράταξη στην ουσία εκσυγχρόνιζε την Ελλάδα και την έβαζε στην ίδια μοίρα με τις άλλες ανεπτυγμένες χώρες της εποχής μέσα από την μεταρρύθμιση και την καλύτερη οργάνωση των θεσμών και του κράτους.
Σήμερα, η οικονομική κρίση και η δυσπραγία της ελληνικής παραγωγής να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της παγκοσμιοποίησης και ανταποκριθεί στις προκλήσεις της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, οφείλεται εν πολλοίς στην ύπαρξη ενός αντιπαραγωγικού, γραφειοκρατικού και πελατοκρατικού δημόσιου τομέα. Το πρόβλημα δεν είναι το μέγεθος τους όπως ισχυρίζονται οι συντηρητικοί και οι νεοφιλελεύθεροι αλλά οι δομές του, η λειτουργικότητα του και η αποτελεσματικότητα του.


Το ΠΑΣΟΚ στην ουσία απέτυχε (ή δεν πρόλαβε την περίοδο της ΟΝΕ) να σχεδιάσει και να ολοκληρώσει αυτή την μεταρρύθμιση. Αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο λάθος που μπορεί να του καταλογιστεί, μια και από την συντηρητική παράταξη της χώρας δεν μπορούσε και δεν μπορεί να έχει κανείς αυτή την απαίτηση. Μόνο από το ΠΑΣΟΚ και τις προοδευτικές δυνάμεις μπορούν οι πολίτες να περιμένουν μια τέτοια ουσιαστική αλλαγή. Δυστυχώς, τμήμα των στελεχών του ΠΑΣΟΚ απέκτησε χαρακτηριστικά «κατεστημένου», όπως έχει «γονιδιακά» η παραδοσιακή ελληνική δεξιά, και γι’ αυτό δεν μπόρεσε να συγκρουστεί με τις δομές που το ίδιο διαμόρφωσε που ξεπεράστηκαν από τις ιστορικές, τεχνολογικές και οικονομικές εξελίξεις.
Άρα είναι κάτι περισσότερο από προφανές ότι ο προοδευτικός σοσιαλδημοκρατικός χώρος δεν μπορεί να συντονιστεί-ταυτιστεί με τον δεξιό-συντηρητικό-νεοφιλελεύθεριο χώρο στις επιλογές για την ανασυγκρότηση και την μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα. Για τις δεξιές πολιτικές δυνάμεις το δημόσιο συμβολίζει «κόστος» και «περιορισμό» που αφαιρείται από την «αγορά» και εμποδίζει την «δημιουργικότητα» του ατόμου. Αντίθετα για τους προοδευτικούς δημοκράτες το δημόσιο είναι εγγυητής της ισόρροπης, δίκαιης και δημοκρατικής ανάπτυξης μιας χώρας και μιας κοινωνίας.
Είναι λοιπόν κάτι περισσότερο από προφανές ότι η παρέμβαση της Νέας Δημοκρατίας στην ΕΡΤ υπακούει σε αυτή την βαθύτερη φιλοσοφική και πολιτική προσέγγιση που δεν αντιλαμβάνεται τον μορφωτικό, πολιτιστικό, παιδαγωγικό, ενημερωτικό και δημοκρατικό ρόλο της δημόσιας τηλεόρασης. Δηλαδή ένα ρόλο που σχετίζεται με την αντικειμενική και πλουραλιστική ενημέρωση, την καλλιέργεια του πολιτισμού, των λαϊκών παραδόσεων, την διαμόρφωση ίσων ευκαιριών και την προσπάθεια για αναβάθμιση του μορφωτικού επιπέδου των πιο αδύναμων οικονομικά και κοινωνικών στρωμάτων που δεν έχουν την πρόσβαση σε ποιοτικά και αναβαθμισμένα θεάματα, και πληροφορίες. Αντίθετα, αντιλαμβάνεται την κρατική τηλεόραση, περιοριστικά, ως μέσο επιβολής της κυρίαρχης ιδεολογίας και της τάξης. Δηλαδή ως εργαλείο προπαγάνδας και πειθαναγκασμού των πολιτών.
Συνεπώς, στην περίπτωση της ΕΡΤ δεν κρίνεται το μνημόνιο ή η ορθολογική αναμόρφωση του δημοσίου και των φορέων του. Κρίνεται το ύφος της διακυβέρνησης-εξουσίας και ο ρόλος του κράτους και της πολιτικής εξουσίας σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή κοινωνία… Για το λόγο αυτό το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να υποχωρήσει στις αξιώσεις και τις μεθοδεύσεις του Αντώνη Σαμαρά και του υπερ-συντηρητικού lobby του οποίου ηγείται.
Η υποχώρηση του προοδευτικού, δημοκρατικού και μεταρρυθμιστικού κόσμου στο κλείσιμο της ΕΡΤ θα αποτελέσει μια στρατηγική πολιτική ήττα που ενδέχεται να καθορίσει εν πολλοίς το νέο κράτος, αλλά και τη «νέα κοινωνία» που θα διαμορφωθεί μετά την κρίση. Είναι προφανές ότι οι νέες δομές δεν μπορούν να έχουν ως πρότυπο το κράτος της περιόδου 1948-1968, το οποίο ευαγγελίζεται η σημερινή («αβερωφική») Νέα Δημοκρατία. Το ΠΑΣΟΚ είναι υποχρεωμένο να υπερασπιστεί την μεγάλη μεταρρύθμιση στον ρόλο και την φυσιογνωμία του κράτους που συντελέστηκε μετά το 1981 και να αγωνιστεί για την μετεξέλιξη του με βάση τα σύγχρονα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα που εντάσσουν συνολικά την κρατική και αυτοδιοικητική οργάνωση στο ευρύτερο «ευρωπαϊκό» κοινωνικό και αναπτυξιακό μοντέλο!
*O Μανώλης Πετράκης είναι Μέλος Νομαρχιακής Επιτροπής ΠΑΣΟΚ στον Νομό Ηρακλείου